Πέμπτη 20 Μαΐου 2021

M. Rothbard: Τι σημαίνει δεξιός, φιλελεύθερος αναρχισμός

 [Αυτό το άρθρο γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1950 με την υπογραφή "Aubrey Herbert", ένα ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε ο Murray Rothbard στο περιοδικό Faith and Freedom. Δεν δημοσιεύθηκε ποτέ.]

 



Ο φιλελεύθερος που συνηθίζει να επεξηγεί με προθυμία την πολιτική του φιλοσοφία και το πλήρες εύρος των πεποιθήσεών του, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα διακοπεί από τον κρατιστή με ένα αλάνθαστο τέχνασμα. Καθώς ο φιλελεύθερος καταγγέλλει την κρατική εκπαίδευση ή τα κρατικά ταχυδρομεία, ή αναφέρεται στη φορολογία ως νομιμοποιημένη ληστεία, ο κρατιστής τον αμφισβητεί πάντοτε ως εξής: «Λοιπόν, άρα είσαι αναρχικός ;» Ο φιλελεύθερος μαζεύεται ψελλίζοντας «όχι, όχι, φυσικά δεν είμαι αναρχικός». «Εντάξει, τότε, ποια κυβερνητικά μέτρα πράγματι υποστηρίζεις; Τι είδος φορολογίας θέλεις να επιβάλλεται;» Ο κρατιστής έχει αναπότρεπτα κερδίσει την θέση του επιτιθέμενου, και ο φιλελεύθερος, μη έχοντας απάντηση για το πρώτο ερώτημα, παραδίδεται.


Έτσι, ο φιλελεύθερος θα απαντήσει (στο δεύτερο ερώτημα) συνήθως ως εξής: «Λοιπόν, πιστεύω σε μια περιορισμένη διακυβέρνηση, η κυβέρνηση πρέπει να περιορίζεται στην υπεράσπιση του ατόμου, ή της περιουσίας του ενάντια στην επίθεση μέσω βίας ή απάτης.» Προσπάθησα να δείξω στο άρθρο μου, «Ο πραγματικός επιτιθέμενος» στο περιοδικό Faith and Freedom του Απριλίου του 1954, ότι αυτό αφήνει τον συντηρητικό πολίτη αβοήθητο όταν έρχεται αντιμέτωπος με το επιχείρημα «οτιδήποτε είναι απαραίτητο για την προστασία», όταν αυτό χρησιμοποιείται για φαραωνικά μέτρα κρατισμού και αιματοχυσίας. Υπάρχουν κι άλλες συνέπειες, εξίσου ή περισσότερο σοβαρές. Ο κρατιστής μπορεί να προχωρήσει το ζήτημα περαιτέρω: «Εάν αποδέχεσαι ότι είναι νόμιμο για τους ανθρώπους να συνασπίζονται και να επιτρέπουν στο κράτος να εξαναγκάζει τα άτομα να πληρώνουν φόρους για μια συγκεκριμένη υπηρεσία -την «εθνική άμυνα»- , τότε γιατί δεν είναι εξίσου ηθικό και νόμιμο για τους ανθρώπους να συνασπίζονται με παρόμοιο τρόπο και να επιτρέπουν στο κράτος το δικαίωμα να παρέχει κι άλλες υπηρεσίες - όπως ταχυδρομεία, «κοινωνική πρόνοια», χάλυβα, ενέργεια, κ.λπ.; Εάν ένα κράτος που υποστηρίζεται από την πλειοψηφία μπορεί ηθικά να κάνει το ένα, γιατί να μην μπορεί ηθικά να κάνει τα άλλα;» Ομολογώ ότι δεν βλέπω καμία απάντηση σε αυτήν την ερώτηση. Εάν είναι σωστό και νόμιμο να εξαναγκάσουμε έναν απρόθυμο Henry Thoreau να πληρώσει φόρους σε ένα καταναγκαστικό κρατικό μονοπώλιο για τη δική του «προστασία», δεν βλέπω κανένα λόγο για τον οποίο δεν πρέπει να είναι εξίσου σωστό να τον αναγκάσουμε να πληρώσει το κράτος και για άλλες υπηρεσίες, είτε πρόκειται για παντοπωλεία, φιλανθρωπία, εφημερίδες, είτε για χάλυβα. Δεν μπορούμε παρά να συμπεράνουμε ότι ο συνειδητοποιημένος φιλελεύθερος οφείλει να υποστηρίζει μια κοινωνία, όπου ένα άτομο μπορεί εθελοντικά να υποστηρίξει οποιαδήποτε -ή και καμία- αστυνομική ή δικαστική υπηρεσία που θεωρεί αποτελεσματική και άξια των χρημάτων του.


Δεν σκοπεύω εδώ να ασχοληθώ με μια λεπτομερή παρουσίαση αυτού του συστήματος, αλλά μόνο για να απαντήσω στην ερώτηση: Eίναι αυτό αναρχισμός; Αυτή η φαινομενικά απλή ερώτηση είναι στην πραγματικότητα πολύ δύσκολo να απαντηθεί με μια πρόταση ή με μια σύντομη απάντηση τύπου ναι ή όχι. Κατ' αρχάς, δεν υπάρχει κοινά αποδεκτή έννοια για την ίδια τη λέξη «αναρχισμός». Ο μέσος άνθρωπος μπορεί να νομίζει ότι ξέρει τι σημαίνει, και ειδικά ότι είναι κάτι κακό, αλλά στην πραγματικότητα δεν ξέρει. Υπό αυτήν την έννοια, η λέξη έχει γίνει κάτι σαν την ταλαιπωρημένη λέξη «φιλελεύθερος», εκτός από το ότι η τελευταία λέξη έχει κάποιες «καλές» συνδηλώσεις στα συναισθήματα του μέσου ανθρώπου. Οι σχεδόν ανυπέρβλητες στρεβλώσεις και η σύγχυση προέρχονται τόσο από τους αντιπάλους, όσο και από τους οπαδούς του αναρχισμού. Οι πρώτοι έχουν διαστρεβλώσει πλήρως τις αναρχικές αρχές και έχουν διατυπώσει διάφορες παραπλανητικές κατηγορίες, ενώ οι τελευταίοι έχουν χωριστεί σε πολλά στρατόπεδα πολιτικών φιλοσοφιών, που απέχουν μεταξύ τους κυριολεκτικά όσο ο κομμουνισμός από τον ατομικισμό. Η κατάσταση συγχέεται περαιτέρω από το γεγονός ότι, συχνά, οι ίδιες οι διάφορες αναρχικές ομάδες δεν αναγνώρισαν την τεράστια ιδεολογική σύγκρουση μεταξύ τους.


Μια πολύ δημοφιλής κατηγορία κατά του αναρχισμού είναι ότι «σημαίνει χάος». Το αν ένα συγκεκριμένο είδος αναρχισμού θα οδηγούσε στο «χάος» είναι θέμα ανάλυσης. Κανένας αναρχικός, ωστόσο, δεν θέλησε ποτέ σκόπιμα να προκαλέσει χάος. Ό,τι άνθρωπος κι αν ήταν, κανένας (πραγματικός) αναρχικός δεν θέλησε σκόπιμα το χάος ή την παγκόσμια καταστροφή. Πράγματι, οι αναρχικοί πίστευαν πάντοτε ότι η εγκαθίδρυση του συστήματός τους θα εξαλείψει τα χαοτικά στοιχεία που ταλανίζουν το σημερινό κόσμο. Ένα διασκεδαστικό περιστατικό, που φωτίζει αυτήν την παρερμηνεία, συνέβη μετά το τέλος του πολέμου, όταν ένας νεαρός ενθουσιώδης οπαδός της παγκόσμιας διακυβέρνησης έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο One World or Anarchy, (Ένας κόσμος, ή Αναρχία) και ο κορυφαίος αναρχικός του Καναδά ανταπάντησε με ένα βιβλίο με τίτλο Anarchy or Chaos (Αναρχία ή Χάος).


Η μεγαλύτερη δυσκολία σε οποιαδήποτε ανάλυση του αναρχισμού είναι ότι ο όρος καλύπτει διάφορα εξαιρετικά αντιφατικά δόγματα. Η ρίζα της λέξης προέρχεται από τον όρο αν-αρχία, που σημαίνει αντίθεση στην εξουσία ή τις εντολές. Είναι αρκετά ευρύς όρος για να καλύπτει μια σειρά από διαφορετικά πολιτικά δόγματα. Γενικά, αυτά τα δόγματα συνενώθηκαν ως «αναρχικά» λόγω της κοινής εχθρότητάς τους προς την ύπαρξη του Κράτους, του καταναγκαστικού μονοπωλίου ισχύος και εξουσίας. Ο αναρχισμός εμφανίστηκε τον 19ο αιώνα, και έκτοτε το πιο ενεργό και κυρίαρχο αναρχικό δόγμα ήταν αυτό του «αναρχικού κομμουνισμού». Είναι κατάλληλος όρος για ένα δόγμα που έχει ονομαστεί και «κολλεκτιβιστικός αναρχισμός», «αναρχοσυνδικαλισμός» και «ελευθεριακός κομμουνισμός». Μπορούμε να ονομάσουμε αυτό το σύνολο συναφών δογμάτων «αριστερό αναρχισμό». Ο αναρχικός κομμουνισμός είναι κατά κύριο λόγο ρωσικής προέλευσης, επινοημένος από τον Πρίγκιπα Πέτρο Κροπότκιν και τον Μιχαήλ Μπακούνιν, και είναι αυτή ακριβώς η μορφή που έχει χρωματίσει την λέξη «αναρχισμός» σε όλη την Ευρωπαϊκή ήπειρο.


Το κύριο χαρακτηριστικό του αναρχικού κομμουνισμού είναι ότι επιτίθεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία εξίσου έντονα όσο επιτίθεται στο κράτος. Ο καπιταλισμός θεωρείται εξίσου τυραννία «στο οικονομικό πεδίο», όσο θεωρείται και το κράτος στο πολιτικό πεδίο. Ο αριστερός αναρχικός μισεί τον καπιταλισμό και την ιδιωτική περιουσία με ίσως ακόμη περισσότερη θέρμη από ό,τι ο σοσιαλιστής ή ο κομμουνιστής. Όπως και οι μαρξιστές, ο αριστερός αναρχικός είναι πεπεισμένος ότι οι καπιταλιστές εκμεταλλεύονται και εξουσιάζουν τους εργάτες, και επίσης ότι οι κτηματίες εκμεταλλεύονται πάντα τους αγρότες. Οι οικονομικές απόψεις των αναρχικών τους φέρνουν μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα, το pons asinorum της αριστεράς αναρχίας: πώς μπορεί να καταργηθεί ο καπιταλισμός και η ιδιωτική ιδιοκτησία, ενώ ταυτόχρονα θα καταργείται το κράτος; Οι σοσιαλιστές πιστεύουν στη δόξα του κράτους και στη χρήση του κράτους για την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας – για εκείνους το δίλημμα δεν υφίσταται. Ο ορθόδοξος μαρξιστής κομμουνιστής, ο οποίος στα λόγια δοξάζει τα ιδανικά της αριστερής αναρχίας, επιλύει το δίλημμα με τη χρήση της Εγελιανής διαλεκτικής: αυτήν τη μυστηριώδη διαδικασία με την οποία κάτι μετατρέπεται στο αντίθετό του. Οι μαρξιστές θα διευρύνουν το κράτος στο μέγιστο βαθμό και θα καταργήσουν τον καπιταλισμό, και στη συνέχεια θα αποτραβηχτούν, αναμένοντας με βεβαιότητα τον «μαρασμό» του κράτους.


Η πλαστή «λογική» της μαρξιστικής διαλεκτικής δεν είναι θελκτική για τους αριστερούς αναρχικούς, που επιθυμούν να καταργήσουν το κράτος και τον καπιταλισμό ταυτόχρονα. Το πλησιέστερο σημείο που έχουν φτάσει οι αναρχικοί σχετικά με την επίλυση του προβλήματος ήταν να υποστηρίξουν το συνδικαλισμό ως ιδανικό. Στο συνδικαλισμό, κάθε ομάδα εργατών και αγροτών υποτίθεται ότι κατέχει τα μέσα παραγωγής από κοινού, και σχεδιάζει για λογαριασμό της, ενώ συνεργάζεται με άλλες συλλογικότητες και κοινότητες. Η λογική ανάλυση αυτών των σχεδίων θα έδειχνε εύκολα ότι το όλο πρόγραμμα είναι μια ανοησία. Μπορεί να συμβεί μόνο ένα από τα δύο πράγματα: είτε μια κεντρική υπηρεσία θα σχεδιάζει και θα κατευθύνει τις διάφορες υποομάδες, ή οι ίδιες οι συλλογικότητες θα είναι πραγματικά αυτόνομες. Αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτοί οι οργανισμοί θα έχουν την εξουσία να χρησιμοποιούν βία για να θέσουν τις αποφάσεις τους σε ισχύ. Όλοι οι αριστεροί αναρχικοί συμφωνούν ότι η εξουσία είναι απαραίτητη κατά των ανυπότακτων. Αλλά τότε η πρώτη δυνατότητα δεν σημαίνει τίποτα λιγότερο ή περισσότερο από τον κομμουνισμό, ενώ η δεύτερη οδηγεί σε ένα πραγματικό χάος διαφορετικών και συγκρουόμενων κομμουνισμών, που πιθανότατα θα οδηγούσε τελικά σε κάποιον συγκεντρωτικό κομμουνισμό, μετά από μια περίοδο κοινωνικών αναταραχών. Έτσι, ο αριστερός αναρχισμός στην πράξη πρέπει να σημαίνει είτε τον κανονικό κομμουνισμό, είτε ένα πραγματικό χάος κομμουνιστικών συνδικάτων. Και στις δύο περιπτώσεις, το πραγματικό αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι ότι το κράτος αποκαθίσταται με ένα άλλο όνομα . Είναι η τραγική ειρωνεία του αριστερού αναρχισμού που, παρά τις ελπίδες των υποστηρικτών του, δεν είναι καθόλου αναρχισμός. Είναι είτε κομμουνισμός, είτε χάος.


Δεν είναι λοιπόν περίεργο το γεγονός ότι ο όρος «αναρχισμός» πήρε μια κακή φήμη. Οι κορυφαίοι αναρχικοί, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, ήταν πάντα της αριστερόστροφης εκδοχής, και σήμερα οι αναρχικοί βρίσκονται αποκλειστικά στο αριστερό στρατόπεδο. Προσθέστε σε αυτά την παράδοση της επαναστατικής βίας που απορρέει από τις ευρωπαϊκές συνθήκες, και δεν είναι να απορεί κανείς που ότι ο αναρχισμός είναι απαξιωμένος. Ο αναρχισμός υπήρξε πολύ ισχυρός πολιτικά στην Ισπανία, και κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου οι αναρχικοί δημιούργησαν κοινότητες και συλλογικές αρχές που ασκούσαν καταναγκαστική εξουσία. Ένα από τα πρώτα τους βήματα ήταν να καταργήσουν τη χρήση του χρήματος με την απειλή θανατικής ποινής. Είναι προφανές ότι το υποτιθέμενο αναρχικό μίσος για τον εξαναγκασμό είχε πάρει έναν πολύ στραβό δρόμο. Ο λόγος ήταν η ανεπίλυτη αντίφαση μεταξύ των αντι-κρατικιστικών και των αντι-ιδιοκτησιακών αρχών της αριστερής αναρχίας.


Πώς συμβαίνει, λοιπόν, παρά τις –κυριολεκτικά- μοιραίες λογικές αντιφάσεις του αριστερού αναρχισμού, να υπάρχει μια ομάδα με μεγάλη επιρροή Βρετανών διανοουμένων που ανήκουν σήμερα σε αυτή τη σχολή, συμπεριλαμβανομένου του κριτικού τέχνης Sir Herbert Read και του ψυχίατρου Alex Comfort; Η απάντηση είναι ότι οι αναρχικοί, ίσως ασυνείδητα, βλέποντας την απελπιστική τους θέση, έχουν αποφασίσει να απορρίψουν πλήρως τη κοινή λογική και τον ορθό λόγο. Δίνουν έμφαση στον αυθορμητισμό, τα συναισθήματα και τα ένστικτα, παρά στην υποτιθέμενη κρύα και απάνθρωπη λογική. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούν φυσικά να παραμένουν τυφλοί για τον παραλογισμό της στάσης τους. Όσον αφορά τα οικονομικά, που θα τους αποκάλυπταν την αδυναμία του συστήματός τους, είναι εντελώς αδαείς, ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ομάδα πολιτικών θεωρητικών. Το δίλημμα σχετικά με τον εξαναγκασμό προσπαθούν να το επιλύσουν με την παράλογη θεωρία ότι το έγκλημα απλά θα εξαφανιζόταν εάν καταργούσαν το κράτος, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί κανένας εξαναγκασμός. Ο παραλογισμός διαπερνά όντως σχεδόν όλες τις απόψεις των αριστερών αναρχικών. Απορρίπτουν τον εκβιομηχανισμό, καθώς και την ιδιωτική ιδιοκτησία, και τείνουν να ευνοούν την επιστροφή στη χειροτεχνία και τις απλές συνθήκες διαβίωσης των αγροτών, ή της εποχής του Μεσαίωνα. Είναι φανατικά υπέρ της μοντέρνας τέχνης, την οποία θεωρούν «αναρχική» τέχνη. Έχουν ένα έντονο μίσος για το χρήμα και τη βελτίωση των υλικών συνθηκών. Το να ζεις μια απλή αγροτική ζωή σε μικρές κοινότητες, αποτιμάται ως το «να ζεις την αναρχική ζωή», ενώ ένας άνθρωπος του σύγχρονου πολιτισμού υποτίθεται ότι είναι ένας κακός και αντι-αναρχικός μπουρζουάς. Έτσι, οι ιδέες των αριστερών αναρχικών έχουν γίνει ένας παράλογος κυκεώνας, πολύ πιο παράλογος από εκείνον των μαρξιστών, και δικαίως δέχονται την περιφρόνηση σχεδόν όλων ως απελπιστικά «παλαβοί». Δυστυχώς, το αποτέλεσμα είναι ότι οι εύστοχες κριτικές που κάνουν μερικές φορές για την κρατική τυραννία τείνουν να χαρακτηρίζονται με τον ίδιο τρόπο, σαν «παλαβομάρες».


Λαμβάνοντας υπ’ όψη τους κυρίαρχους αναρχικούς, είναι προφανές ότι το ερώτημα «είναι οι φιλελεύθεροι αναρχικοί;» πρέπει να απαντηθεί αρνητικά χωρίς δισταγμό. Είμαστε δύο εντελώς αντίθετοι πόλοι. Ωστόσο, η σύγχυση υπεισέρχεται λόγω της ύπαρξης στο παρελθόν, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, μιας μικρής αλλά λαμπρής ομάδας «ατομικιστών αναρχικών» [σ.σ. με την έννοια του ατομοκεντρικού, όχι του εγωπαθούς] με επικεφαλής τον Benjamin R. Tucker. Εδώ έχουμε μια διαφορετική φυλή. Οι ατομικιστές αναρχικοί έχουν συνεισφέρει πολύ στη φιλελεύθερη σκέψη. Συνέγραψαν μερικές από τις καλύτερες διακηρύξεις ατομικισμού και αντι-κρατισμού που έχουν γραφτεί ποτέ. Στην πολιτική σφαίρα, οι ατομικιστές αναρχικοί ήταν γενικά υγιείς φιλελεύθεροι. Τάσσονταν υπέρ της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, εκτιμούσαν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, και αντιμάχονταν όλες τις μορφές κρατικής παρεμβατικότητας. Πολιτικά, οι αναρχικοί του Tucker είχαν δύο βασικά ελαττώματα: (1) απέτυχαν στην υπεράσπιση της ιδιωτικής γαιοκτησίας, πέρα ​​από την έκταση που ο ιδιοκτήτης χρησιμοποιούσε προσωπικά. (2) βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό σε επιτροπές και δεν κατάλαβαν την ανάγκη για ένα corpus συνταγματικού φιλελεύθερου δικαίου το οποίο θα έπρεπε να τηρούν τα ιδιωτικά δικαστήρια.


Σε αντιπαραβολή με τις μικρές πολιτικές αποτυχίες τους, ωστόσο, υπέπεσαν σε σοβαρές πλάνες στο οικονομικό πεδίο. Πίστευαν ότι οι τόκοι και το κέρδος ήταν εκμεταλλευτικά, λόγω ενός φερόμενου ως τεχνητού περιορισμού στην προσφορά χρήματος. Αφήστε το κράτος και τους νομισματικούς του κανονισμούς να καταργηθούν, και να δημιουργηθεί μια ελεύθερη τραπεζιτική, πίστευαν, και όλοι θα εκτύπωναν όσα χρήματα χρειάζονταν, και οι τόκοι και τα κέρδη θα μειώνονταν στο μηδέν. Αυτό το υπερπληθωριστικό δόγμα, που προήλθε από τον Γάλλο αναρχικό Proudhon, είναι μια οικονομική ανοησία. Πρέπει, ωστόσο, να θυμόμαστε ότι τα «αξιοσέβαστα» οικονομικά, τότε και τώρα, έχουν διαποτιστεί με πληθωριστικές πλάνες, και πολύ λίγοι οικονομολόγοι έχουν κατανοήσει τα στοιχειώδη των νομισματικών φαινομένων. Οι οπαδοί του υπερπληθωρισμού παίρνουν απλώς τον πιο ήπιο πληθωρισμό των τωρινών κεϋνσιανών «οικονομικών» του συρμού, και τον οδηγούν με τόλμη στην τελική λογική του κατάληξη (ενν. τον υπερπληθωρισμό).


Η ειρωνεία αυτής της κατάστασης ήταν ότι, ενώ οι ατομικιστές αναρχικοί έδιναν μεγάλη έμφαση στις παράλογες τραπεζιτικές θεωρίες τους, το πολιτικό σύστημα που υποστήριζαν θα είχε οδηγήσει σε αντίθετα οικονομικά αποτελέσματα από αυτά που πίστευαν. Νόμιζαν ότι η ελεύθερη τραπεζιτική θα οδηγήσει σε απεριόριστη επέκταση της προσφοράς χρήματος, ενώ η αλήθεια είναι ακριβώς το αντίστροφο: θα οδηγούσε σε «σκληρό νόμισμα» και απουσία πληθωρισμού. Οι οικονομικές πλάνες της ομάδας του Tucker, ωστόσο, είναι εντελώς διαφορετικής τάξης από αυτές των κολεκτιβιστών αναρχικών. Τα λάθη των κολεκτιβιστών τους οδήγησαν να υποστηρίζουν ουσιαστικά τον πολιτικό κομμουνισμό, ενώ τα οικονομικά λάθη των ατομικιστών τους επέτρεπαν να υποστηρίζουν ένα σχεδόν φιλελεύθερο σύστημα. Ο επιφανειακός αναγνώστης μπορεί εύκολα να μπερδέψει τους δύο αναρχισμούς, καθώς οι ατομικιστές οδηγήθηκαν στο να επιτίθενται στους «καπιταλιστές», για τους οποίους ένιωθαν πως εκμεταλλεύονταν τους εργάτες μέσω του κρατικού περιορισμού της προσφοράς χρήματος.


Αυτοί οι «δεξιοί» αναρχικοί δεν υιοθέτησαν την ανόητη άποψη ότι το έγκλημα θα εξαφανιζόταν στην αναρχική κοινωνία. Ωστόσο, πράγματι έτειναν να υποτιμούν το πρόβλημα του εγκλήματος, και ως εκ τούτου ποτέ δεν αναγνώρισαν την ανάγκη για ένα σταθερό φιλελεύθερο σύνταγμα. Χωρίς ένα τέτοιο σύνταγμα, το ιδιωτικό δικαστικό σύστημα μπορεί να εκτραπεί σε «αναρχικό» με τη τρέχουσα, αριστερή, λαϊκή έννοια.


Η πτέρυγα του αναρχισμού του Tucker άκμασε τον 19ο αιώνα, αλλά ξεθώριασε μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολλοί φιλελεύθεροι στοχαστές εκείνης της Χρυσής Εποχής του φιλελευθερισμού επεξεργάζονταν ιδεολογίες που ήταν παρεμφερείς από πολλές απόψεις. Αυτοί οι γνήσιοι φιλελεύθεροι δεν αυτοπροσδιορίστηκαν ποτέ ως αναρχικοί. Πιθανώς ο κύριος λόγος ήταν ότι όλες οι αναρχικές ομάδες, ακόμη και οι δεξιόστροφες, είχαν κοινά σοσιαλιστικά οικονομικά δόγματα.


Εδώ πρέπει να σημειώσουμε και μια τρίτη εκδοχή της αναρχικής σκέψης, μια εντελώς διαφορετική είτε από τους κολεκτιβιστές, είτε από τους ατομικιστές. Αυτός είναι ο απόλυτος πασιφισμός του Λέοντος Τολστόι. Ο πασιφισμός προσδοκά μια κοινωνία όπου η εξουσία δεν θα χρησιμοποιείται ούτε καν για την υπεράσπιση προσώπων και περιουσιών -είτε από κρατικούς είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς. Το πρόγραμμα της μη βίας του Τολστόι επηρέασε πολλούς φερόμενους ως ειρηνιστές σήμερα, κυρίως μέσω του Γκάντι, αλλά οι τελευταίοι δεν συνειδητοποιούν ότι δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικά πλήρης πασιφισμός, εκτός εάν εξαλειφθεί το Κράτος και όλοι οι άλλοι αμυντικοί οργανισμοί. Αυτός ο τύπος αναρχισμού στηρίζεται, πάνω απ' όλα, σε μια υπερβολικά ιδεαλιστική άποψη για την ανθρώπινη φύση. Θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο σε μια κοινότητα αγίων.


Πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η ερώτηση «είναι οι φιλελεύθεροι αναρχικοί;» απλώς δεν μπορεί να απαντηθεί με βάση την ετυμολογία της λέξης. Η ασάφεια του ίδιου του όρου είναι τέτοια, που το φιλελεύθερο σύστημα να θεωρείται αναρχικό από μερικούς ανθρώπους, και από άλλους μη αναρχικό. Πρέπει λοιπόν να στραφούμε στην ιστορία για μας διαφωτίσει. Εδώ διαπιστώνουμε ότι καμία από τις αυτοπροσδιοριζόμενες ως αναρχικές ομάδες δεν ανταποκρίνεται στη φιλελεύθερη άποψη, ότι ακόμη και οι καλύτερες από αυτές έχουν σοσιαλιστικά και μη ρεαλιστικά στοιχεία στα δόγματα τους. Επιπλέον, διαπιστώνουμε ότι όλοι οι σημερινοί (φερόμενοι ως) αναρχικοί είναι παράλογοι κολεκτιβιστές, και επομένως βρίσκονται στον αντίθετο πόλο από τη δική μας θέση. Πρέπει λοιπόν να συμπεράνουμε ότι δεν είμαστε αναρχικοί, και ότι αυτοί που μας αποκαλούν αναρχικούς δεν βρίσκονται σε σταθερό ετυμολογικό έδαφος, και είναι εντελώς ανιστορικοί. Από την άλλη πλευρά, είναι σαφές ότι δεν είμαστε ούτε αρχιστές (ενν. κρατιστές): δεν υποστηρίζουμε την εγκαθίδρυση μιας τυραννικής κεντρικής αρχής, που θα εξαναγκάζει τόσο τους επεμβατικούς, όσο και τους μη επεμβατικούς συνανθρώπους μας. Ίσως, λοιπόν, θα μπορούσαμε όλοι να αυτο-αποκαλούμαστε με ένα νέο όνομα: α-κρατιστές . Τότε, όταν στην πορεία της συζήτησης ακουστεί η αναπόφευκτη πρόκληση «είσαι αναρχικός;» μπορούμε, ίσως για πρώτη και τελευταία φορά, να έχουμε την πολυτέλεια της «μέσης οδού» και να πούμε: «Κύριε, δεν είμαι ούτε αναρχικός, ούτε κρατιστής, αλλά βρίσκομαι ακριβώς στην α-κρατική μέση οδό.»



Επιμέλεια/ Διάθεση:Το Εξπρές του Διαδικτύου


Πέμπτη 6 Μαΐου 2021

Ο Μαρξ υπήρξε τόσο αξιαγάπητος, όσο και οι ιδέες του. Με άλλα λόγια, καθόλου.

 


Όταν ο Καρλ Μαρξ πέθανε τον Μάρτιο του 1883, μόνο μια δεκαριά άνθρωποι ήταν παρόντες την κηδεία του σε ένα νεκροταφείο του Λονδίνου της Αγγλίας, συμπεριλαμβανομένων των μελών της οικογένειάς του. Ωστόσο, για περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον θάνατό του - και μέχρι σήμερα ακόμα - υπήρξαν ελάχιστοι στοχαστές των οποίων οι ιδέες είχαν τόση επίδραση σε διάφορες πτυχές της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας. Πράγματι, όπως παρατήρησαν κάποιοι, μετά τη γέννηση του Χριστιανισμού και την ανάδυση του Ισλάμ, καμία άλλη πίστη ή σύστημα πεποιθήσεων δεν είχε τέτοιον παγκόσμιο αντίκτυπο όπως ο μαρξισμός.


Η κριτική του Μαρξ για τον καπιταλισμό και την καπιταλιστική κοινωνία έχει διαμορφώσει μεγάλο μέρος της κοινωνιολογικής σκέψης στις δυτικές χώρες, οδηγώντας στο κράτος πρόνοιας και τον εκτεταμένο κυβερνητικό παρεμβατισμό σε οικονομικά θέματα. Και χρησίμευσε σαν ένα ιδεολογικό λάβαρο, που ενέπνευσε τις σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές επαναστάσεις του εικοστού αιώνα - ξεκινώντας από τη Ρωσία το 1917 και εξακολουθώντας να διατηρεί την πολιτική εξουσία σήμερα σε χώρες όπως η Κούβα, η Βόρεια Κορέα, το Βιετνάμ και η Κίνα.


Στο όνομα του μαρξιστικού οράματος μιας «νέας κοινωνίας» και ενός «νέου ανθρώπου», οι σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές επαναστάσεις οδήγησαν σε μαζικές δολοφονίες, υποδούλωση, βασανιστήρια και λιμοκτονία δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Οι ιστορικοί έχουν υπολογίσει ότι στην προσπάθεια να οικοδομηθεί αυτός ο «νέος» και «καλύτερος» σοσιαλιστικός κόσμος, τα κομμουνιστικά καθεστώτα εξόντωσαν έως και 200 ​​εκατομμύρια ανθρώπους κατά τον εικοστό αιώνα .


Η ιδιωτική ζωή του Μαρξ


Ο Karl Marx γεννήθηκε στις 5 Μαΐου του 1818, στην πόλη Trier της Ρηνανίας. Οι γονείς του ήταν Εβραίοι, με μια μακρά σειρά σεβαστών ραβίνων και από τις δύο πλευρές της οικογένειας. Αλλά για να ακολουθήσει μια νομική καριέρα στο Βασίλειο της Πρωσίας εκείνη την εποχή, ο πατέρας του Καρλ Μαρξ ασπάστηκε τον Προτεσταντισμό. Η θρησκευτική εκπαίδευση του Καρλ ήταν περιορισμένη, και σε νεαρή ηλικία απέρριψε κάθε πίστη σε ένα Ανώτατο Όν.


Αφού σπούδασε για ένα διάστημα στη Βόννη, μετεγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου για να εργαστεί σε μια διδακτορική διατριβή στη φιλοσοφία. Αλλά ήταν γενικά ένας τεμπέλης και κακός φοιτητής. Τα χρήματα που του έστελνε ο πατέρας του για τα δίδακτρα στο Πανεπιστήμιο δαπανούνταν για φαγητό και ποτό, με πολλές από τις νύχτες του να τις περνάει σε καφενεία και ταβέρνες μεθώντας και συζητώντας για τη Εγελιανή φιλοσοφία με άλλους φοιτητές. Τελικά απέκτησε το διδακτορικό του καταθέτοντας τη διατριβή του στο Πανεπιστήμιο της Jena στην ανατολική Γερμανία.




Οι μοναδικές πραγματικές δουλειές του Μαρξ κατά τη διάρκεια της ζωής του ήταν ως περιστασιακός δημοσιογράφος ή εκδότης εφημερίδων και περιοδικών, τα περισσότερα από τα οποία συνήθως έκλειναν σε σύντομο χρονικό διάστημα, είτε λόγω χαμηλής αναγνωσιμότητας και περιορισμένης οικονομικής στήριξης, είτε λόγω πολιτικής λογοκρισίας από τα κράτη στα οποία ζούσε.


Οι πολιτικές του δραστηριότητες ως συγγραφέας και ακτιβιστής είχαν ως αποτέλεσμα να χρειαστεί να μετεγκατασταθεί αρκετές φορές, όπως στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες, καταλήγοντας τελικά στο Λονδίνο το 1849, όπου έζησε για το υπόλοιπο της ζωής του, με κάποια περιστασιακά ταξίδια πίσω στην ευρωπαϊκή ήπειρο.


Αν και ο Μαρξ ήταν «μεσαία τάξη», ακόμη και «βικτωριανός» σε πολλές από τις καθημερινές του πολιτισμικές συμπεριφορές, αυτό δεν τον εμπόδισε να παραβεί τους όρκους του γάμου του και να διαπράξει μοιχεία. Έκανε σεξ αρκετές φορές με την οικογενειακή υπηρέτρια, που έφερε στον κόσμο έναν νόθο γιο - και αυτό κάτω από την ίδια στέγη με τη σύζυγό του και τα νόμιμα παιδιά του (εκ των οποίων είχε επτά, με μόνο τρία από αυτά να επιζούν μέχρι την ενηλικίωσή τους).


Δεν θα επέτρεπε όμως στο νόθο παιδί του να επισκεφτεί τη μητέρα του στο σπίτι του στο Λονδίνο όποτε βρισκόταν ο ίδιος στο σπίτι, και το αγόρι επιτρεπόταν να μπει στο σπίτι μόνο μέσω της πόρτας της υπηρεσίας, στο πίσω μέρος του σπιτιού. Επιπλέον, έβαλε τον φίλο του, τον μακροχρόνιο οικονομικό του χορηγό και πνευματικό συνεργάτη του, τον Fredrick Engels, να διεκδικήσει την πατρότητα του παιδιού, ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε κοινωνική ντροπή που θα βάρυνε εκείνον λόγω της απιστίας του.


Όπως εξήγησε ο ιστορικός Paul Johnson στο βιβλίο του, Intellectuals (1988):


«Σε όλες τις έρευνές του σχετικά με τις ανομίες του βρετανικού καπιταλισμού, συνάντησε πολλές περιπτώσεις εργαζομένων με χαμηλή αμοιβή, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να ανακαλύψει έναν που να μην είχε καθόλου μισθό. Ωστόσο, ένας τέτοιος εργαζόμενος υπήρχε, στο δικό του νοικοκυριό .... Ήταν η Helen Demouth [η δια βίου υπηρέτρια της οικογένειας]. Εκείνη κρατούσε το σπίτι, αλλά δεν πληρωνόταν τίποτα ... Ήταν μια ιδιαιτέρως σκληρά εργαζόμενη, όχι μόνο καθαρίζοντας και συγυρίζοντας τα πάντα, αλλά και διαχειριζόμενη τον οικογενειακό προϋπολογισμό ... Ο Μαρξ δεν την πλήρωσε ποτέ ούτε μια δεκάρα ...


Το 1849-50 ... Η Helen έγινε ερωμένη του Μαρξ και έμεινε έγκυος ... Ο Μαρξ δεν ανέλαβε τις ευθύνες του, ούτε τότε, ούτε ποτέ, και αρνήθηκε κατηγορηματικά τις φήμες ότι ήταν ο πατέρας ... Ο γιος δόθηκε για υιοθεσία σε μια οικογένεια της εργατικής τάξης ονόματι Lewis, αλλά του επιτρεπόταν να επισκέπτεται το σπίτι του Μαρξ για να δει τη μητέρα του. Του απαγορεύτηκε, ωστόσο, να χρησιμοποιεί την μπροστινή πόρτα, και ήταν υποχρεωμένος να βλέπει τη μητέρα του μόνο στην κουζίνα.


Ο Μαρξ τρομοκρατημένος στην ιδέα ότι η πατρότητα του αγοριού θα αποκαλυπτόταν, και ότι αυτό θα του επέφερε ένα θανατηφόρο πλήγμα ως ηγέτη και προφήτη της επανάστασης ... έπεισε τον Ένγκελς να αναγνωρίσει το αγόρι ιδιωτικά, ως προκάλυμμα για οικογενειακή κατανάλωση. Αλλά ο Ένγκελς ... δεν ήταν πρόθυμος να πάρει το μυστικό στον τάφο του. Ο Ένγκελς πέθανε, από καρκίνο του λάρυγγα, στις 5 Αυγούστου 1895. ανίκανος να μιλήσει, αλλά μη θέλοντας να συνεχίσει να νομίζει η Eleanor [μία από τις κόρες του Μαρξ] ότι ο πατέρας της υπήρξε άμεμπτος, έγραψε στη διαθήκη του: «Ο Freddy [το όνομα του αγοριού] είναι γιος του Μαρξ ...»




Ο κακός και ανειλικρινής χαρακτήρας του Μαρξ


Σαν ιδιοσυγκρασία, ο Μαρξ μπορούσε να γίνει βάναυσος και αυταρχικός. Αντιμετώπιζε τους ανθρώπους με τους οποίους διαφωνούσε με έναν άξεστο και κακό τρόπο, συχνά γελοιοποιώντας τους σε δημόσιες συγκεντρώσεις. Ο Μαρξ δεν δίσταζε να είναι υποκριτής. Όταν ήθελε κάτι από κάποιον, θα τον κολάκευε σε επιστολές ή συνομιλίες, αλλά μετά θα τους επιτίθετο με άσχημη γλώσσα πίσω από την πλάτη τους, σε άλλους. Συχνά χρησιμοποιούσε ρατσιστικές προσβολές και μειωτικές λέξεις για να περιγράψει τους τρόπους ή την εμφάνιση των αντιπάλων του στο σοσιαλιστικό κίνημα .   


Για παράδειγμα, σε μια επιστολή του 1862 προς τον Φρίντριχ Ένγκελς, ο Μαρξ περιέγραψε τον κορυφαίο γερμανό σοσιαλιστή του 19ου αιώνα, τον Φερντινάντ Λασάλ, με τον ακόλουθο τρόπο:


«Ο Εβραίος Νέγρος Lassalle ... ευτυχώς αναχωρεί στο τέλος αυτής της εβδομάδας ... Τώρα είναι απολύτως σαφές για μένα, όπως δείχνει τόσο το σχήμα του κεφαλιού όσο και η υφή των μαλλιών του, ότι κατάγεται από τους νέγρους που συμμετείχαν στην Έξοδο του Μωυσή από την Αίγυπτο (εκτός εάν η μητέρα ή η γιαγιά του από την πατρική πλευρά απέκτησε υβριδικούς απογόνους με έναν αράπη). Τώρα αυτός ο συνδυασμός γερμανικότητας και εβραϊσμού μαζί με μια νέγρικη υπόσταση, δημιουργεί ένα παράξενο αποτέλεσμα. Η φορτικότητα αυτού του ανθρώπου είναι επίσης νεγροειδής.»


Στο μυαλό του Μαρξ, ο Εβραίος στην αστική κοινωνία ενσάρκωνε την πεμπτουσία όλων των χαρακτηριστικών που θεωρούσε απεχθή στο καπιταλιστικό σύστημα, και μόνο με το τέλος του καπιταλιστικού συστήματος θα έμπαινε ένα τέλος στα περισσότερα από αυτά τα απωθητικά χαρακτηριστικά . Εδώ είναι η αντίληψη του Μαρξ για το Εβραϊκό μυαλό στην Ευρώπη του 19ου αιώνα, από το δοκίμιο του «Σχετικά με το Εβραϊκό Ερώτημα» (1844):


«Ποια είναι η κοσμική βάση του Ιουδαϊσμού; Η πρακτική ανάγκη, το προσωπικό συμφέρον. Ποια είναι η κοσμική λατρεία του Εβραίου; Το παζάρι . Ποιος είναι ο κοσμικός του θεός; Το χρήμα! ... Το χρήμα είναι ο φθονερός θεός του Ισραήλ, μπροστά στον οποίο κανένας άλλος θεός δεν μπορεί να υπάρξει.


Το χρήμα υποβαθμίζει όλους τους θεούς της ανθρωπότητας και τους μετατρέπει σε εμπορεύματα ... Τι περιέχεται αφηρημένα στην εβραϊκή θρησκεία – η περιφρόνηση για τη θεωρία, για την τέχνη, για την ιστορία, για τον άνθρωπο ως αυταξία ... Η κοινωνική χειραφέτηση του Εβραίου είναι η χειραφέτηση της κοινωνίας από τον εβραϊσμό.»


(Η περιγραφή-καρικατούρα του Μαρξ για τον υποτιθέμενο «Εβραϊκού νου» ακούγεται εκπληκτικά παρόμοια με αυτά που αργότερα γράφτηκαν από τους Ναζί «φυλετικούς επιστήμονες» της δεκαετίας του 1930, οι οποίοι επίσης καταδίκασαν τους Εβραίους για την ίδια συμφεροντολογική αναζήτηση του χρήματος και την προκύπτουσα εκφυλιστική επιρροή που πίστευαν ότι είχαν οι Εβραίοι στον γερμανικό λαό.)


Ο Μαρξ ήταν επίσης αυτό που κάποιοι θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν ως λογοκλόπος. Από το 1852 έως το 1862, ο Μαρξ εργάστηκε ως ευρωπαίος ανταποκριτής για την New York Daily Tribune. Ο Μαρξ το έβρισκε πολύ επαχθές να σκαρφίζεται τα δύο απαιτούμενα άρθρα άνα εβδομάδα, για τα οποία πληρωνόταν σχετικά καλά. Αντ' αυτού, περνούσε τον χρόνο του συμμετέχοντας σε επαναστατικές ίντριγκες και ερευνώντας, διαβάζοντας και γράφοντας για αυτό που έγινε το διάσημο έργο του, Das Kapital (Το Κεφάλαιο).


Κατά τη διάρκεια της δεκαετούς απασχόλησής του Μαρξ στην εφημερίδα, ο Φρίντριχ Ένγκελς έγραψε περίπου το ένα τρίτο των άρθρων του. Το όνομα του Μαρξ εξακολουθούσε να εμφανίζεται πάντα ως υπογραφή.


Ένα βρώμικο σπίτι και μια αντίστοιχη προσωπικότητα


Πολλοί έβρισκαν την προσωπική εμφάνιση και τους τρόπους του Μαρξ κάπως απωθητικά ή ακόμα και αποκρουστικά. Το 1850, ένας κατάσκοπος της Πρωσικής αστυνομίας επισκέφθηκε το σπίτι του Μαρξ στο Λονδίνο υποδυόμενος έναν Γερμανό επαναστάτη. Η αναφορά που έγραψε κοινοποιήθηκε στον Βρετανό Πρέσβη στο Βερολίνο. Η έκθεση ανέφερε, σε ένα τμήμα της:


«Ο Μαρξ ζει την ζωή ενός μποέμ διανοουμένου. Το πλύσιμο, το ξύρισμα και η αλλαγή των σεντονιών του είναι πράγματα που κάνει σπάνια, και συχνά είναι μεθυσμένος. Αν και παραμένει συστηματικά αδρανής για μέρες, θα εργαστεί μέρα και νύχτα με ακούραστη αντοχή όταν έχει πολλή δουλειά να κάνει.


Δεν έχει καθορισμένο χρόνο για να κοιμάται ή να ξυπνάει. Συχνά μένει ξάγρυπνος όλη τη νύχτα και στη συνέχεια ξαπλώνει πλήρως ντυμένος στον καναπέ το μεσημέρι, και κοιμάται μέχρι το βράδυ, χωρίς να ενοχλείται από όλο τον κόσμο που έρχεται ή φεύγει από το δωμάτιό του ... 


Δεν υπάρχει ούτε ένα καθαρό και συμπαγές έπιπλο. Όλα είναι σπασμένα, κουρελιασμένα και σχισμένα, με μισή ίντσα σκόνης πάνω στα πάντα και τρομερή ακαταστασία παντού ...


Όταν μπαίνεις στο δωμάτιο του Μαρξ, οι αναθυμιάσεις του καπνού κάνουν τα μάτια σου να δακρύζουν ... Όλα είναι βρώμικα και καλυμμένα με σκόνη, έτσι ώστε το να καθίσεις κάπου γίνεται ένα επικίνδυνο εγχείρημα. Εδώ είναι μια καρέκλα με τρία πόδια. Σε μια άλλη καρέκλα τα παιδιά κάνουν ότι μαγειρεύουν. Αυτή η καρέκλα έχει τέσσερα πόδια. Αυτή είναι που προσφέρεται στον επισκέπτη, αλλά τα παιδικά μαγειρέματα δεν έχουν σκουπιστεί, και αν καθίσεις διακινδυνεύεις να χαλάσεις το παντελόνι σου.»


Μια άλλη αναφορά σχετικά με τη συνάντηση του με τον Μαρξ δόθηκε από τον Γκούσταβ Τέκοβ, έναν Πρώσο στρατιωτικό αξιωματούχο που είχε προσχωρήσει στους εξεγερμένους του Βερολίνου κατά τη διάρκεια της αποτυχημένης επανάστασης του 1848. Ο Τέκοβ έπρεπε να δραπετεύσει στην Ελβετία αφού καταδικάστηκε και φυλακίστηκε για προδοσία. Η επαναστατική ομάδα με την οποία ο Τέκοβ συνεργάστηκε στην Ελβετία, τον έστειλε στο Λονδίνο και πέρασε κάποιο χρόνο με τον Μαρξ.


Σε μια επιστολή προς τους επαναστατικούς συνεργάτες του, ο Τέκοβ περιέγραψε την εντύπωση του για τον Μαρξ ως άνθρωπο και ως μυαλό. Ήταν η σκιαγράφηση μιας προσωπικότητας που διψούσε για εξουσία και είχε περιφρόνηση τόσο για τους εχθρούς του, όσο και για τους φίλους του:


«Μου έδωσε την εντύπωση μιας τόσο εξαιρετικής πνευματικής ανωτερότητας, όσο και μιας εντυπωσιακής προσωπικότητας. Αν είχε τόση καρδιά όσο είχε μυαλό, κι αν είχε τόση αγάπη όσο είχε μίσος, θα έπεφτα και στη φωτιά για χάρη του, παρά το γεγονός ότι όχι μόνο δεν έκρυβε την περιφρόνησή του για μένα, αλλά προς το τέλος την κατέστησε αρκετά σαφή...


Λυπάμαι, λόγω του κοινού σκοπού μας, που αυτός ο άνθρωπος δεν έχει, μαζί με την εξαιρετική του ευφυΐα, μια ευγενική καρδιά να προσφέρει στη διάθεσή μας. Είμαι πεπεισμένος πως ό,τι καλό υπήρχε σ’ αυτόν καταστράφηκε από τις άκρως επικίνδυνες προσωπικές του φιλοδοξίες. Γελάει με τους ανόητους που επαναλαμβάνουν μετά από αυτόν την προλεταριακή του κατήχηση, όπως γελάει και με άλλους κομμουνιστές ... και με την αστική τάξη επίσης...



Παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις του για το αντίθετο, ίσως ακριβώς εξαιτίας αυτών, έφυγα με την εντύπωση ότι η προσωπική κυριαρχία είναι ο αυτοσκοπός όλων των δραστηριοτήτων του ... Και ο Μαρξ θεωρεί ότι όλοι οι παλιοί του συνεργάτες είναι, παρά τα σημαντικά τους ταλέντα, πολύ κατώτεροί του και πολύ πίσω του, και αν τολμούσαν ποτέ να το ξεχάσουν αυτό, θα τους έβαζε στη θέση τους με την αλαζονία ενός Ναπολέοντα.»




Ένα βιβλίο οδηγιών για την επανάσταση και τις μαζικές δολοφονίες


Η επιθυμία του Μαρξ να καταστρέψει τους θεσμούς της κοινωνίας και η δίψα του για το αίμα των εχθρών του στην επερχόμενη κομμουνιστική επανάσταση καταγράφηκε στο σχέδιο δράσης του, γραμμένο από κοινού με τον Ένγκελς, για την Κεντρική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Ένωσης τον Μάρτιο του 1850. Διαβάζεται κυριολεκτικά σαν βιβλίο οδηγιών για αυτά που έκανε ο Βλαντιμίρ Λένιν με την ανάληψη της Επανάστασης των Μπολσεβίκων στη Ρωσία.


Δήλωνε ότι ο στόχος της οργάνωσης ήταν «η ανατροπή των προνομιούχων τάξεων», αρχικά σε συνεργασία με τα μικροαστικά και φιλελεύθερα «μπουρζουάδικα» πολιτικά κόμματα. Ο Μαρξ προειδοποιούσε ότι αυτά τα δημοκρατικά κόμματα θέλουν απλά να δημιουργήσουν μια φιλελεύθερη ατζέντα για τη μείωση των κρατικών δαπανών, για πιο ασφαλή ιδιοκτησιακά δικαιώματα, και για ορισμένα προγράμματα πρόνοιας για τους φτωχούς. Αντ' αυτών, ο Μαρξ έγραφε ότι


«Είναι το συμφέρον και το καθήκον μας να κάνουμε την επανάσταση μόνιμη, έως ότου όλες οι περισσότερο ή λιγότερο ιδιοκτησιακές τάξεις να έχουν απομακρυνθεί από τις ηγετικές τους θέσεις, μέχρι το προλεταριάτο να κατακτήσει την κρατική εξουσία, και έως ότου η ένωση των προλετάριων να έχει προχωρήσει αρκετά μακριά - όχι μόνο σε μία χώρα αλλά σε όλες τις ηγέτιδες χώρες του κόσμου ...


Η έγνοια μας δεν μπορεί να απλώς είναι η τροποποίηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, αλλά η κατάργησή της, όχι η αποσιώπηση των ταξικών ανταγωνισμών αλλά η κατάργηση των τάξεων, όχι η βελτίωση της υπάρχουσας κοινωνίας αλλά η θεμελίωση μιας καινούργιας.»


Στη διαδικασία ανατροπής της φιλελεύθερης δημοκρατικής τάξης που αναλαμβάνει την εξουσία μετά το τέλος των μοναρχικών ηγεμόνων, ο Μαρξ είπε ότι το επαναστατικό προλεταριάτο έπρεπε να σχηματίσει ένοπλα «συμβούλια» εκτός της εξουσίας και του ελέγχου της δημοκρατικής κυβέρνησης. Αυτή είναι η ίδια η μέθοδος στην οποία επέμεινε κι ο Λένιν στη Ρωσία με τη μορφή των «Σοβιέτ», μετά την παραίτηση του Ρώσου τσάρου τον Μάρτιο του 1917, και σε αντίθεση με τη νεοσυσταθείσα προσωρινή δημοκρατική κυβέρνηση που αντικατέστησε τη ρωσική μοναρχία.


Ο Μαρξ επέμενε ότι οι φεουδαρχικές εκτάσεις δεν έπρεπε να μετατραπούν σε ιδιωτικές εκμεταλλεύσεις ιδιοκτητών-αγροτών. Όχι, αντ' αυτού, θα έπρεπε να καταληφθούν από το κράτος και να μετατραπούν σε συλλογικές εκμεταλλεύσεις, στις οποίες όλοι οι αγροτικοί πληθυσμοί θα υποχρεώνονταν να ζήσουν και να εργαστούν. Και όλες οι βιομηχανίες έπρεπε να εθνικοποιηθούν υπό μια όλο και πιο συγκεντρωτική και πανίσχυρη προλεταριακή κυβέρνηση, για να διασφαλιστεί το τέλος του καπιταλισμού και της «αστικής» δημοκρατίας.


Επιπλέον, έλεγε ο Μαρξ, οι κομμουνιστές ηγέτες έπρεπε να εργαστούν για να διασφαλίσουν ότι ο άμεσος επαναστατικός ενθουσιασμός δεν θα καταπνιγεί ξαφνικά μετά τη νίκη. Αντιθέτως,


 «... πρέπει να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο. Μακράν του να αντιταχθεί στις λεγόμενες υπερβολές - τις περιπτώσεις λαϊκής εκδίκησης εναντίον μισητών αντιπάλων ή εναντίον δημόσιων κτιρίων από τα οποία υπήρχαν δυσάρεστες αναμνήσεις - το εργατικό κόμμα όχι μόνο πρέπει να ανέχεται αυτές τις ενέργειες, αλλά θα πρέπει και να τις κατευθύνει.»


Με άλλα λόγια, ο Μαρξ επέμενε να ενθαρρύνει μια φρενίτιδα «εκδίκησης εναντίον μισητών αντιπάλων», κάτι που σαφώς σήμαινε τρομοκρατία και μαζικές δολοφονίες. Και αυτή ήταν επίσης η κατεύθυνση που ακολούθησε ο Λένιν, για να εξασφαλίσει τον θρίαμβο της επανάστασής του στη Ρωσία.


Τα θεμέλια για την πραγματική τραγωδία


Πώς έγινε ο Μαρξ υπέρμαχος των μαζικών δολοφονιών και της δικτατορίας, αντί της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της κοινωνικής ειρήνης; Ποιες πνευματικές επιρροές λειτούργησαν πάνω του που τον οδήγησαν να γίνει ο οραματιστής συνήγορος αυτού που αποκαλούσε «επιστημονικός σοσιαλισμός» και της πεποίθησης ότι οι «νόμοι της ιστορίας» υπαγόρευαν την αναπόφευκτη καταστροφή του καπιταλισμού και τον αναπόδραστο θρίαμβο του κομμουνισμού;


Και πώς αυτή του η σύλληψη για το πεπρωμένο της ανθρωπότητας δημιούργησε τα θεμέλια για την ανθρώπινη τραγωδία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» τον εικοστό αιώνα;




Ο Richard M. Ebeling είναι Καθηγητής Ηθικής και Ελεύθερου Επιχειρείν στο The Citadel της Νότιας Καρολίνας. Διετέλεσε πρόεδρος του Ιδρύματος Οικονομικής Εκπαίδευσης (FEE) από το 2003 έως το 2008.

Επιμέλεια/ Διάθεση: Το Εξπρές του Διαδικτύου

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

"No size fits all"

 Ως γνωστόν, οι φιλελέδες (αγγλιστί "liberals") σιχαίνονται τον πλουραλισμό και την αποκέντρωση στην λήψη αποφάσεων. Ονειρεύονται έναν πλανήτη με δυο-τρία συγκεντρωτικά υπερκράτη, όπου "πεφωτισμένες" γραφειοκρατίες και σοφοί "ειδικοί" θα αποφασίζουν για εμάς χωρίς εμάς. Αυτή την δυσανεξία τους προς την διαφορετικότητα και την πολυφωνία την απέδειξαν τον τελευταίο χρόνο με την πανδημία του κορωνοϊου, όταν καταριόνταν τον Ντόναλντ Τραμπ επειδή δεν επέβαλε πανεθνικό λοκντάουν στις ΗΠΑ κόντρα στο ίδιο το αμερικάνικο Σύνταγμα, όταν έγραφαν βαθυστόχαστα άρθρα για την ανάγκη κοινής πολιτικής των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αντιμετώπιση της πανδημίας, όταν εξαπέλυαν λυσσαλέες επιθέσεις κατά της Σουηδίας επειδή μόνη της σε όλη την Ευρώπη τόλμησε να μην υποκύψει στην ορθοδοξία των λοκντάουν.  



Ευτυχώς όμως, παρά τις επιθυμίες των φιλελεφτ ελιτ, ο πλανήτης μας δεν έχει εξελιχθεί ακόμη σε έναν συγκεντρωτικό Λεβιάθαν. Ευτυχώς, εαν κοιτάξεις έναν παγκόσμιο χάρτη, θα δεις εκατοντάδες διαφορετικά χρώματα και μια πανσπερμία εθνών-κρατών. Ευτυχώς, ο φεντεραλισμός στο εσωτερικό πολλών χωρών είναι ακόμη ζωντανός. Αυτές οι αποκεντρωμένες δομές ήταν που έδωσαν τη δυνατοτητα σε κάποιες χώρες και πολιτείες των ΗΠΑ (έστω λίγες) να ακολουθήσουν το δικό τους δρόμο και να εφαρμόσουν ένα διαφορετικό μίγμα πολιτικής. Έτσι σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας τα στοιχεία από τα κράτη αυτά, μπορούμε να συγκρίνουμε τις επιδόσεις τους με τις επιδόσεις των χωρών που επέβαλαν καραντίνα και να δείξουμε με πειστικά επιχειρήματα ότι τα αυταρχικά λοκντάουν δεν δουλεύουν, ότι καταστρέφουν την οικονομία και επιπλέον δεν περιορίζουν την πανδημία. Αν είχε επικρατήσει ο μονολιθικός δρόμος των φιλελέδων, αν όλη η Ευρώπη, όλος ο πλανήτης ακολουθούσε την ίδια "one size fits all" πολιτική, σήμερα θα χάφταμε ακόμη το παραμύθι πως τα λοκντάουν είναι ευλογία και μονόδρομος, αφού δεν θα μπορουσαμε να συγκρίνουμε τις διαφορετικές πολιτικές και προσεγγίσεις των κρατών. 


Γι' αυτό και οι φιλελέδες φοβόνταν τόσο πολύ, από την αρχή της πανδημίας, την αποκεντρωμένη λήψη αποφάσεων, γι' αυτό έκαναν τέτοιο πόλεμο εναντίον των χωρών εκείνων που ακολουθούσαν έναν διαφορετικό δρόμο : ήξεραν από την αρχή πως η ύπαρξη εναλλακτικών παραδειγμάτων θα μπορούσε να αποκαλύψει την γύμνια και την αποτυχία των λοκντάουν, που με τόσο πάθος στήριξαν για να πετύχουν τους δικούς τους πολιτικούς σκοπούς που ελάχιστη σχέση είχαν με την πανδημία. Δυστυχώς γι'αυτούς και ευτυχώς για μας, ο αποκεντρωμένος κόσμος μας, η ύπαρξη πολλών εθνών-κρατών, μας δίνει ακόμη ελπίδες ότι μπορούμε να διατηρήσουμε τις ελευθερίες μας.


Πηγή

Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Διαχείριση πανδημιών σε μια ακρατική, αναρχοκαπιταλιστική κοινωνία

 



Με τον κορωνοϊό να εξαπλώνεται, οι Κυβερνήτες σε όλες τις Πολιτείες των ΗΠΑ ψάχνουν στις κυβερνητικές εργαλειοθήκες τους – στα σεντούκια που κρύβεται ο θησαυρός τόσο της υποτιθέμενης νόμιμης εξουσίας τους, όσο κι εκείνης που έχουν σφετεριστεί - επιχειρώντας να σταματήσουν την εξάπλωση του ιού. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πρότεινε την τήρηση κοινωνικών αποστάσεων και την καραντίνα, ενώ οι Πολιτείες απλώς επέβαλαν υποχρεωτικά διατάγματα. Κάποιοι διατείνονται ότι η παρέμβαση του κράτους είναι μια αναγκαιότητα, και ότι η ελεύθερη αγορά δεν θα μπορούσε να επιτύχει την εφαρμογή αυτών των μέτρων. Αυτό θέτει το ερώτημα εάν τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να προκύψουν σε μια ακρατική (αναρχοκαπιταλιστική) κοινωνία . Παρ’ όλο που τα μέτρα που παρατηρούμε στην παρούσα κρίση επιβάλλονται πράγματι από τον κρατικό βραχίονα, ορισμένοι παράγοντες της αγοράς θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις ίδιες συνθήκες καραντίνας, αν και ίσως όχι στον ίδιο βαθμό. Να ξεκαθαρίσω ότι τίποτε από όσα γράφονται εδώ δεν έχει σκοπό να εκφέρει μια αξιολογική κρίση για την αποτελεσματικότητα των καραντινων, παρά μόνο ότι θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και χωρίς την ύπαρξη κράτους .


Κατ 'αρχάς, ας ορίσουμε τι σημαίνει «ακρατική κοινωνία». Με μια ευρεία έννοια, είναι μια κοινωνία που στερείται μιας κυβέρνησης με ένα μονοπώλιο στα μέσα εξαναγκασμού. Μια λειτουργική ακρατική κοινωνία θα στηρίζεται στα συμβολαιϊκά δικαιώματα ιδιοκτησίας. Ελλείψει του κράτους, πολλά άτομα θα επέλεγαν να ζουν σε συμβολαιϊκές κοινότητες με κανόνες. Σε μια τέτοια συνθήκη, παράγοντες της αγοράς όπως οι ιδιωτικοί οργανισμοί ασφάλειας θα διατηρούσαν την τάξη μέσω της προστασίας των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Οι αναμφισβήτητα χρήσιμες πτυχές μιας διακυβέρνησης θα μπορούσαν εύκολα να διεκπεραιωθούν από παράγοντες της αγοράς που επιδιώκουν το κέρδος, και ως εκ τούτου αγωνίζονται για να παρέχουν το καλύτερο στους καταναλωτές.


Εάν υπήρχε μια θανατηφόρος απειλή, όπως μια πανδημία, οι κάτοικοι αυτών των κοινοτήτων, που θα βασίζονταν στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, θα ήταν απίθανο να επιτρέψουν την ελεύθερη είσοδο -εάν δεν την είχαν ήδη απαγορεύσει. Σε περίπτωση πανδημίας, το κίνητρο για τον περιορισμό της εισόδου, είτε στην ιδιοκτησία των κατοίκων, είτε στις συμβολαιϊκές κοινότητες, θα ήταν αρκετά μεγάλο, πράγμα που θα οδηγούσε ουσιαστικά σε μια αυτο-επιβαλλόμενη καραντίνα για την κοινότητα.


Αν και τα άτομα δεν θα βρίσκονταν πάντα και ανά πάσα στιγμή εντός της δικής τους περιουσίας, κάθε ιδιοκτησία θα είχε έναν ιδιοκτήτη και οι ιδιοκτήτες θα πιέζονταν να προστατεύσουν όσους θα βρίσκονταν εντός της οικίας ή του καταστήματός τους. Αυτό συμβαίνει και σήμερα αναφορικά με τους ιδιόκτητους χώρους. Στην παρούσα κρίση, τα γηροκομεία, που στεγάζουν τα πιο ευάλωτα στον ιό άτομα, είχαν ήδη λάβει προφυλάξεις και περιόριζαν την είσοδο πριν από την ανάληψη πρωτοβουλίας από το κράτος. Ορισμένοι έμποροι λιανικής στις Ηνωμένες Πολιτείες εφαρμόζουν προληπτικά μέτρα για την καλύτερη δυνατή προστασία των πελατών τους, όπως ο πειραματισμός με διαδρόμους μίας μόνο κατεύθυνσης, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος να διασταυρωθούν οι πελάτες και να μεταδώσουν την ασθένεια ο ένας στον άλλο. Οι πιο ακραίες περιπτώσεις περιλαμβάνουν τον περιορισμό του αριθμού των πελατών στα καταστήματα. Στο ανταγωνιστικό πεδίο της ελεύθερης αγοράς, οι παραγωγοί έχουν ένα έντονο κίνητρο να προσελκύσουν αγοραστές, και σε μια πανδημία, τέτοια προληπτικά μέτρα θα καθησύχαζαν το θορυβημένο αγοραστικό κοινό. Προφανώς, δεν λαμβάνουν εθελοντικά μέτρα όλα τα καταστήματα λιανικής για να σταματήσουν την εξάπλωση του ιού, και οι ίδιοι λιανοπωλητές πιθανότατα δεν θα το έκαναν εν απουσία του κράτους. Ωστόσο, ανάλογα και με το βαθμό υστερίας των μαζών, εκείνοι που θα λάμβαναν κάποιες προφυλάξεις θα φαινόταν πιο ελκυστικοί στα μάτια των καταναλωτών. Εάν υπήρχε μια έντονη ζήτηση από τους καταναλωτές για προστασία από την ασθένεια κατά τη διάρκεια των αγορών τους, θα υπήρχε κι ένα ισχυρό κίνητρο κέρδους για τους λιανοπωλητές ώστε να υιοθετήσουν τέτοια πρωτόκολλα.


Οι εταιρείες που ειδικεύονται στην προστασία ατόμων και της περιουσίας τους θα λάμβαναν επίσης μέτρα για να σταματήσουν τη διάδοση ενός ιού. Σήμερα, οι εταιρείες των οποίων ο μοναδικός σκοπός είναι να μετριάσουν τις απώλειες είναι οι ασφαλιστικοί πάροχοι, και χωρίς ένα κράτος ο ρόλος τους θα γινόταν πιο καίριος. Όχι μόνο θα έπρεπε να καταβάλλουν αποζημιώσεις για τις πιθανές απώλειες, αλλά θα είχαν ένα ισχυρό κίνητρο να τις αποτρέψουν εξ αρχής. Μια πανδημία σχετίζεται με την ασθένεια, και οι εταιρείες ασφάλισης υγείας θα ήταν οι πιο πιθανές στο να επηρεαστούν. Προκειμένου να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους και να ελαχιστοποιήσουν τις ζημίες τους, αυτές οι εταιρείες θα έπαιρναν όσο το δυνατόν περισσότερα προληπτικά μέτρα για να αποτρέψουν την εξάπλωση μιας ασθένειας. Δεδομένου ότι τέτοιες εταιρείες λειτουργούν βάσει συμβολαίων με τους πελάτες τους, δεν θα μπορούσαν απλώς να αυξήσουν τα ασφάλιστρά τους ως αντίδραση στη μετάδοση της νόσου. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να προσφέρουν χαμηλότερα ασφάλιστρα σε καινούργιους πελάτες που θα ήταν πρόθυμοι να μπουν σε καραντίνα, και υψηλότερα σε εκείνους που δεν θα ήταν πρόθυμοι. Οι εταιρείες θα μπορούσαν να δελεάσουν τους υπάρχοντες πελάτες με λιγότερο ακριβά εναλλακτικά σχέδια, ζητώντας τους μια αυτό-επιβαλλόμενη καραντίνα. Εάν οι πελάτες το επιθυμούσαν, οι εταιρείες θα μπορούσαν να αλλάξουν τα σχέδιά τους: θα λυόταν το παλιό συμβόλαιο και θα απαιτείτο η τήρηση καραντίνας.


Μπορεί να αντιταχθεί ότι αυτό το είδος συμβολαίου θα απαιτούσε έναν κρατικό, εξαναγκαστικό μηχανισμό επιτήρησης για την επιβολή του. Ωστόσο, αυτή η αντίρρηση είναι λανθασμένη και αγνοεί τη λειτουργία του προϋπάρχοντος status quo: η ασφάλιση συνοδεύεται από όρους. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος αγοράζει ασφάλιση για το σπίτι του και ότι ο ασφαλιστικός του πάροχος απαγορεύει ορισμένα αντικείμενα – τα τραμπολίνα, για παράδειγμα – στο σπίτι του, για λόγους αστικής ευθύνης, όπως είναι σύνηθες. Ο ασφαλιστικός πάροχος δεν θα πετούσε drone επιτήρησης αδιάκοπα πάνω από το σπίτι, αλλά αν εντοπιζόταν κάποιο τραμπολίνο υπό κανονικές συνθήκες, ο ιδιοκτήτης του ακινήτου θα παραβίαζε τη σύμβασή του και θα επωμιζόταν τις συνέπειες. Ομοίως, σε μια ακρατική κοινωνία, εάν ένας αγοραστής έχει συμφωνήσει σε έναν όρο για τήρηση καραντίνας και έχει αποδεχτεί τα φθηνότερα ασφάλιστρα, και στη συνέχεια αποφασίσει μια επιπόλαια βραδινή έξοδο στην πόλη, εάν πιαστεί, θα έχει παραβιάσει τη σύμβαση. Οι ασφαλιστικοί πάροχοι θα μπορούσαν θεωρητικά να παρακολουθούν αυτούς που παραβιάζουν την καραντίνα, δημιουργώντας για παράδειγμα ένα σύστημα αναφοράς από τις επιχειρήσεις λιγότερο άμεσης ανάγκης. Σε πιο ακραίες περιπτώσεις, ως μέρος της σύμβασης, οι εταιρείες θα μπορούσαν να ζητήσουν την άδεια για να παρακολουθήσουν τις κινήσεις του πελάτη σε κάποιο βαθμό. Σίγουρα, οι μέθοδοι των εταιρειών θα μπορούσαν να γίνουν εξαιρετικά επεμβατικές - αν όχι εθελοντική τυραννία. Ωστόσο, προκειμένου να προσελκύσουν περισσότερους πελάτες, οι ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους εταιρείες θα επιχειρούσαν να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση των πελατών τους με τα λιγότερο, κατά το δυνατόν, επεμβατικά μέσα.


Η ιδέα της καραντίνας που επιβάλλεται από την ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να εφαρμοστεί και στην παραγωγή. Επί του παρόντος, πολλοί παραγωγοί που επιδιώκουν να προσελκύσουν τους καλύτερους εργαζόμενους πληρώνουν ήδη την ασφάλιση υγείας των υπαλλήλων τους. Ο ασφαλιστικός πάροχος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις ίδιες τεχνικές - καθορίζοντας μέτρα καραντίνας σε νέα συμβόλαια ή προσφέροντας εναλλακτικές λύσεις σε μια καλύτερη τιμή - σε ιδιοκτήτες εταιρειών, με τη διαφορά ότι αυτό θα ίσχυε για τη λειτουργία της εταιρείας. Προκειμένου να διατηρηθεί το κόστος χαμηλά, θα ενθαρρύνονταν κάποια μέτρα κατά της νόσου, όπως η τηλε-εργασία των υπαλλήλων των οποίων οι εργασίες θα μπορούσαν να εκτελεστούν από το σπίτι. Η παραγωγή θα μπορούσε να αναδιαταχθεί για να υπάρξει περισσότερος χώρος ή / και περισσότερη απομόνωση, ώστε να αποφευχθεί η μετάδοση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, κάποιοι εργαζόμενοι ενδεχομένως να απολύονταν. Αν και οι μέθοδοι φαίνονται ανάλγητες, οι εργαζόμενοι δεν εργάζονται ειδικά για τις ασφαλιστικές τους παροχές αλλά για τους μισθούς τους, και είναι η εταιρεία, και όχι οι εργαζόμενοι, που εξασφαλίζει την κάλυψη. Είναι επίσης σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι ο στόχος μιας εταιρείας είναι να εξασφαλίσει το καλύτερο εργατικό δυναμικό, και ότι επομένως θα επιδιώξει να ελαχιστοποιήσει τις περικοπές εργασίας όσο το δυνατόν περισσότερο.


Μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι αυτές οι πολιτικές της αγοράς δεν θα ήταν τόσο βίαιες όσο εκείνες του κράτους. Κάποιοι μπορεί κάλλιστα να αποδεχτούν τους κινδύνους και να παραλείψουν την αγορά ασφαλιστικής κάλυψης. Αλλά σε αντίθεση με το κράτος, αυτοί οι παράγοντες της αγοράς επιδιώκουν το κέρδος επιλύοντας προβλήματα με τα, κατά το δυνατόν, αποτελεσματικότερα μέσα. Εάν οι καραντίνες αποτελούν ένα αποτελεσματικό μέτρο, θα προτιμηθούν και, εάν όχι, πιθανότατα θα απορριφθούν. Το πιο σημαντικό είναι ότι, στην αγορά, η εφαρμογή τους θα είναι εθελοντική και η αποτελεσματικότητά τους θα κρίνεται μέσα από τη διαδικασία της αγοράς, και όχι από το μονοπώλιο του κράτους.


Συνοψίζοντας, η παρούσα κρίση έχει επιφέρει νέους, κρατικά υπαγορευμένους κανονισμούς - διατάγματα παραμονής στο σπίτι, κοινωνικές αποστάσεις κ.λπ. Πολλοί επιμένουν ότι το να αναλάβει δράση το κράτος δεν είναι μόνο μια αναγκαιότητα, αλλά ότι το κράτος είναι ο μόνος ικανός οργανισμός για την εφαρμογή αυτών των μέτρων. Στην πραγματικότητα, απουσία του κράτους, διάφοροι παράγοντες της αγοράς θα μπορούσαν να εφαρμόσουν πολλά από αυτά τα πρωτόκολλα σε εθελοντική βάση, και στην ελεύθερη αγορά η χρησιμότητά τους θα κρινόταν, αντί να επιβάλλεται αναγκαστικά.


Isaac Deak


Δημοσιεύτηκε στις 23 Απριλίου 2020 από το Mises Institute

Επιμέλεια/διάθεση:Το Εξπρές του Διαδικτύου

Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

Ο Ιησούς για την αναδιανομή του πλούτου: Τι είπε και τι δεν είπε

  



Τι είχε να πει ο Ιησούς προς υπεράσπιση του «κοινωνικού» κράτους ; Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Ιησούς μίλησε πολλές φορές για τους φτωχούς. Μίλησε για την Ημέρα της Κρίσης, όταν θα επιδοκίμαζε αυτούς που βοηθούν τους άλλους, ειδικά τους φτωχούς:

«Ήμουν πεινασμένος και μου έδωσες φαγητό, διψούσα και μου έδωσες κάτι για να πιω, ήμουν ξένος και με καλωσόρισες, ήμουν γυμνός και μου έδωσες ρούχα, ήμουν άρρωστος και με φρόντισες, ήμουν στη φυλακή και με επισκέφθηκες.» (Ματθ. 25: 34–35).

Καταδίκασε εκείνους που θα προσκαλούσαν στο δείπνο πλούσιους ή άλλους, που αργότερα θα μπορούσαν να ανταποδώσουν τη χάρη. Αντ' αυτού, συμβούλευσε, «όταν ετοιμάζετε ένα συμπόσιο, προσκαλέστε τους φτωχούς, τους ανάπηρους, τους χωλούς και τους τυφλούς» (Λουκάς 14:13). Είπε ότι ήταν πιο εύκολο για μια καμήλα να περάσει από το μάτι μιας βελόνας από ό,τι ένας πλούσιος να μπει στον παράδεισο (Ματθαίος 19:24).

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι παραινέσεις του Ιησού να βοηθάμε τους φτωχούς χρησιμοποιήθηκαν ως επιχειρήματα για την αναδιανομή του πλούτου από τους πλούσιους στους φτωχούς. Θυμηθείτε την ιστορία του πλούσιου νεαρού κυβερνήτη:

Κάποιος κυβερνήτης τον ρώτησε κάποτε: «Καλέ μου δάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;» Ο Ιησούς του είπε: «Γιατί με αποκαλείς καλό; Κανείς δεν είναι καλός, παρά μόνον ο Θεός. Γνωρίζεις τις θεϊκές εντολές: «Ου μοιχεύσεις. Ου φονεύσεις. Ου κλέψεις. Ου ψευδομαρτυρήσεις. Τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου.» Εκείνος απάντησε, «τα έχω τηρήσει όλα αυτά από τα νεανικά μου χρόνια». Όταν ο Ιησούς τον άκουσε, του είπε: «Υπάρχει ακόμη ένα πράγμα που λείπει. Πούλησε ό,τι σου ανήκει και χάρισε τα χρήματα στους φτωχούς, και θα κληρονομήσεις τον παράδεισο. Μετά έλα κι ακολούθησέ με.» Όταν όμως άκουσε αυτή την απάντηση τον κατέλαβε η θλίψη, γιατί ήταν πολύ πλούσιος. Ο Ιησούς τον κοίταξε και είπε: «Πόσο δύσκολο είναι για εκείνους που έχουν πλούτο να εισέλθουν στη βασιλεία του Θεού! Πράγματι, είναι πιο εύκολο για μια καμήλα να περάσει από το μάτι μιας βελόνας από ό,τι ένας πλούσιος να εισέλθει στον παράδεισο.» (Λουκάς 18:18-25)

Μια άλλη φορά, ο Ιησούς περνούσε από την πόλη της Ιεριχούς, όταν συνάντησε έναν άλλο πλούσιο, που δεν είχε ανάγκη από την ίδια συμβουλή:

«Ένας άντρας ήταν εκεί, ονόματι Ζακχαίος. Ήταν ο αρχι-έφορος και ήταν πλούσιος. Προσπαθούσε να δει ποιος ήταν ο Ιησούς, αλλά λόγω του πλήθους δεν μπορούσε, επειδή είχε κοντό ανάστημα. Έτσι έτρεξε προς τα εμπρός και ανέβηκε σε ένα πλατάνι για να τον δει, γιατί επρόκειτο να περάσει από εκείνο το σημείο. Όταν ο Ιησούς ήρθε στο μέρος, κοίταξε ψηλά και του είπε: «Ζακχαίε, βιάσου να κατεβείς, γιατί πρέπει να μείνω στο σπίτι σου σήμερα.» Έτσι βιάστηκε, και τον καλωσόρισε με χαρά. Όλοι που το είδαν άρχισαν να γκρινιάζουν και έλεγαν, «Σκοπεύει να γίνει ο φιλοξενούμενος ενός αμαρτωλού». Ο Ζακχαίος στάθηκε εκεί και είπε στον Κύριο: «Κοίτα, τα μισά από τα υπάρχοντά μου, Κύριε, θα τα δώσω στους φτωχούς. Και αν έχω εξαπατήσει κάποιον, θα τον αποζημιώσω με τέσσερις φορές περισσότερα». Τότε ο Ιησούς του είπε: «Σήμερα η σωτηρία ήλθε σε αυτό το σπίτι, επειδή είναι κι αυτός γιος του Αβραάμ. Γιατί ο υιός του ανθρώπου ήρθε για να σώσει όσους έχουν χαθεί.» (Λουκάς 19:2-10)

Σκεφτείτε ότι ο Ιησούς είπε στον πρώτο πλούσιο: «Πούλησε ό,τι σου ανήκει και χάρισε τα χρήματα στους φτωχούς, και θα κληρονομήσεις τον παράδεισο. Μετά έλα κι ακολούθησέ με.»  Ο άνδρας στράφηκε από την άλλη μεριά δυστυχώς, «γιατί ήταν πολύ πλούσιος».

Στη συνέχεια, στο επόμενο κεφάλαιο, ένας διαφορετικός πλούσιος, ο Ζακχαίος, δήλωσε, «τα μισά από τα υπάρχοντά μου, Κύριε, θα τα δώσω στους φτωχούς» και υποσχέθηκε τετραπλή αποκατάσταση σε οποιονδήποτε είχε εξαπατήσει. Ο Ιησούς ήταν ευχαριστημένος με τον δεύτερο άντρα (ο οποίος πρόσφερε μόνο το ήμισυ αυτού που είχε ζητήσει ο Ιησούς από τον πρώτο άνθρωπο) Η διαφορά φαίνεται να βρίσκεται στους ίδιους τους άνδρες, και όχι στο πόσα έδωσαν στους φτωχούς.

Αναμφίβολα, αυτές οι αφηγήσεις του Ευαγγελίου αποκαλύπτουν τη συμπόνια του Ιησού για τους φτωχούς, αλλά φαίνεται επίσης να αφορούν λιγότερο τη βοήθεια προς τους φτωχούς, και περισσότερο τη σωτηρία των πλουσίων. Ο Ιησούς κοίταζε την προσωπική φιλανθρωπία και την καρδιά των πλουσίων. Σε αυτά τα περιστατικά, δεν προσπαθούσε να ταΐσει τους φτωχούς. Αν ήθελε να ταΐσει έναν φτωχό ή ακόμη και ένα πεινασμένο πλήθος, μπορούσε απλά να μετατρέψει μερικά καρβέλια ψωμί και ψάρια σε χιλιάδες. Πράγματι, το έκανε σε περισσότερες από μία περιπτώσεις (Ματθαίος 14: 13–21 · 15: 32–39).

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Ιησούς ποτέ δεν υπαινίχθηκε ότι κάποιος τρίτος, ή το κράτος, πρέπει να αναδιανείμουν δια της βίας τον πλούτο κάποιου πλούσιου. Στην μοναδική περίπτωση που ο Ιησούς είχε την ευκαιρία να συμβάλλει στην ίση διανομή του πλούτου, το αρνήθηκε αμέσως:

Κάποιος από το πλήθος του είπε, «Δάσκαλε, πες στον αδερφό μου να μοιραστεί την οικογενειακή κληρονομιά μαζί μου». Του αποκρίθηκε όμως: «Φίλε μου, ποιος με όρισε να γίνω δικαστής ή διαμεσολαβητής μεταξύ σας;» Και τους είπε: «Προσέξτε! Να είστε επιφυλακτικοί απέναντι σε κάθε είδους απληστία. γιατί η ζωή κάποιου δεν συνίσταται στην αφθονία των αποκτημάτων του.» (Λουκάς 12: 13–15).

Ο Ιησούς δεν έκανε ποτέ καν νύξη περί αναδιανομής. Αντ' αυτού, προειδοποίησε ενάντια στην απληστία, ενώ αρνήθηκε να παρέμβει σε ξένες υποθέσεις.

 

 

***

Ο Randy England είναι συγγραφέας, δικηγόρος ποινικού δικαίου και μέλος της Καθολικής Εκκλησίας του Αγίου Πέτρου στο Τζέφερσον Σίτι του Μιζούρι. Πρώην εισαγγελέας, είναι συχνός συμπαρουσιαστής της εκπομπής Freedom Feens στο Liberty Radio Network (LRN.FM) και συγγραφέας τριών βιβλίων, συμπεριλαμβανομένου του FREE IS BEAUTIFUL: Why Catholics Should be Libertarian. Διαχειρίζεται επίσης το blog Free is Beautiful. 


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 20/1/2019 από το FEE.org 

Επιμέλεια/Διάθεση: Το Εξπρές του Διαδικτύου

Σάββατο 17 Απριλίου 2021

2020: Η χρονιά που οι λαϊκιστές δικαιώθηκαν και οι ειδήμονες έπεσαν έξω

 




Το 2020 ήταν μια παράξενη χρονιά. Μια χρονιά στην οποία θα αφιερωθούν περισσότερα βιβλία, ατεκμηρίωτα άρθρα και παραπληροφορημένες απόψεις από ό,τι για οποιοδήποτε άλλη χρονιά στην ιστορία της ανθρωπότητας. Από την άλλη μεριά, στην εποχή μας όλοι έχουμε κάποια «μεγάφωνα» για να προωθήσουμε την άποψή μας - και πρόσβαση σε ιστολόγια, στο Twitter, σε newsletter, και στην υπερ-πληροφόρηση- έτσι ώστε η φετινή κατάχρηση στην κατανάλωση πληροφόρησης να μην μπορεί να θεωρηθεί επίτευγμα ακριβώς .


Κατά μία έννοια, η χρονιά αυτή ήταν ένα σημείο καμπής. Για δεκαετίες, οι τάξεις των δημοσιολογούντων - πολιτικοί, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, ακαδημαϊκοί - ελεεινολογούσαν τον «λαϊκισμό» ως πολιτική δύναμη. Αν και αμφιλεγόμενος σαν όρος, και όχι απολύτως σαφής ως προς το για ποιον πραγματικά ισχύει, χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον για τους πολιτικούς που ζητούν πράγματα με τα οποία ο χρήστης του όρου διαφωνεί έντονα. Μια πιο συγκεκριμένη περιγραφή του όρου περιλαμβάνει: α) έναν ισχυρισμό περί εκπροσώπησης των «πραγματικών ανθρώπων» αντί των ψεύτικων ελίτ που το κατεστημένο προστατεύει (αυτό είναι ένα συναίσθημα που μοιράζονται όλοι οι δημοκρατικά εκλεγμένοι αξιωματούχοι, και επομένως είναι λίγο-πολύ λαϊκιστές) και β) μια επιθυμία να δράσουμε πολύ γρήγορα για να λύσουμε αυτό που οι λαϊκιστές και οι «πραγματικοί άνθρωποι» βλέπουν ως άμεσο κίνδυνο.


Τα τελευταία είκοσι χρόνια περίπου αυτής της τρομοκρατημένης αγανάκτησης εναντίον των λαϊκιστών στη Δύση, αυτοί οι κίνδυνοι υπήρξαν κατά καιρούς η μετανάστευση, ο ανταγωνισμός από την Κίνα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ή οι τραπεζίτες, αλλά θα μπορούσε κατ 'αρχήν να είναι οτιδήποτε αφορά τους «λαούς», ένα πρόβλημα που οι σημερινοί ηγέτες αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν.


Το 2020, αυτή η εξωτερική απειλή υπήρξε ένας ιός. Ένας ιός που αρχικά φάνηκε να είναι πολλές τάξεις μεγέθους πιο επικίνδυνος από άλλους ιούς του είδους του, αλλά μετά από μια πιο ενδελεχή εξέταση μοιάζει περισσότερο με μια εκδοχή των εποχιακών κρυολογημάτων και γριπών που συνήθως μας έκαναν να χασμουριόμαστε .


Αντί να ερευνήσουν, να συζητήσουν και να στοχαστούν - όπως προσποιούνται ότι κάνουν οι πολιτικοί του κατεστημένου τις τελευταίες δεκαετίες- οι ηγέτες του κόσμου ξαφνικά έβαλαν την 5η ταχύτητα και πάτησαν το γκάζι. Έκαναν αυτό που οι «λαϊκιστές» τους κατηγορούσαν ότι δεν έκαναν προηγουμένως, δηλαδή ανέλαβαν δράση. Πρέπει να κάνουμε κάτι, είναι το Σκεπτικό του Πολιτικού , και η επιβολή κάθε είδους επεμβατικών πολιτικών στον πληθυσμό είναι κάτι - επομένως πρέπει να γίνει!


Η πανδημία, γράφει ο The Economist σε ένα κορυφαίο άρθρο για την Χριστουγεννιάτικη έκδοσή του , «είναι αδιαπέραστη από την άρνηση των λαϊκιστών», οπότε ας ασχοληθούμε με τους επιλεγόμενους «αρνητές».


Όλοι κάνουν λάθος


Σε ένα δοκίμιο του London Review of Books από πέρυσι με τίτλο « Μπορούν να σκεφτούν οι φτωχοί; », ο Malcolm Bull σχολιάζει μερικές ντροπιαστικές αστοχίες των ειδημόνων του κατεστημένου τα τελευταία χρόνια:


«Έχει καταστεί σαφές ότι είναι κάλλιστα δυνατό οι ειδήμονες να πέσουν τελείως έξω για θέματα ουσιαστικής σημασίας: την παρουσία όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ πριν από τον Δεύτερο Πόλεμο του Κόλπου, την σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας πριν από το κραχ του 2008, την πιθανότητα να κερδίσει ο Τραμπ τις εκλογές στις ΗΠΑ. Γιατί λοιπόν να μην κάνουν επίσης λάθος για την κλιματική αλλαγή, για το πόσο θεμιτοί είναι οι εμβολιασμοί, και για τις συνέπειες του Brexit; Πρόκειται για εύλογες ερωτήσεις.»


Όποιος έχει διαβάσει Hayek, ή το The Tyranny of Experts, την κριτική του Bill Easterly το 2014 για τα οικονομικά της ανάπτυξης και τη βιομηχανία της οικονομικής βοήθειας σε αναπτυσσόμενες χώρες, δεν έχει καμία δυσκολία να καταλάβει το γιατί. Τα ανεπαρκώς δομημένα συστήματα επιλέγουν ειδικούς που δεν παίρνουν επαρκή ανατροφοδότηση από την πραγματικότητα, και που δεν χρειάζεται να επωμίζονται τις συνέπειες των ενεργειών τους.


Για λίγα χρόνια μετά την τελείως απρόσμενη (για τις ελίτ τουλάχιστον) νίκη του Trump και του Brexit, οι τάξεις των δημοσιολογούντων έπεσαν με το μούτρα στο ζήτημα. Οι New York Times υποσχέθηκαν να εκφράζουν όλη την Αμερική και να συμπεριλάβουν μια ποικιλομορφία απόψεων - μια υπόσχεση που κράτησε για περίπου τρία χρόνια - και οι σικ συγγραφείς δεν σταματούσαν να γράφουν βιβλία για εκείνους που η παγκοσμιοποίηση άφησε πίσω . Η μετα-αλήθεια είχε διαποτίσει τον κόσμο, εξηγούσαν, και κανείς δεν φαινόταν να ενδιαφέρεται πραγματικά για τα γεγονότα ή για τις απόχρωσεις οποιουδήποτε θέματος.


Έφτασε ο Μάρτιος του 2020 και οι ειδικοί έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου. Αυτός ο ιός σαν να ήταν ειδικά σχεδιασμένος για να μας κάνει κακό: « αυτός ο ιός αποτελούσε Το Άλλο, κάτι που νομιμοποιούσε μια εθνική έκτακτη ανάγκη που συμβαίνει μια φορά στα εκατό χρόνια, και που απαιτούσε να μπει ένα τέλος στον μέχρι τότε τρόπο ζωής μας » Τα ποσοστά θνησιμότητας παρουσιάστηκαν ως πολλές τάξεις μεγέθους υψηλότερα από των προηγούμενων κορονοϊών. Η ασυμπτωματική εξάπλωση ήταν παντού, οπότε θα έπρεπε να περιοριστούν στο σπίτι τους ακόμη και οι πιο υγιείς από εμάς. Οι μάσκες δεν λειτουργούν, αλλά διατάχτηκε η χρήση τους ούτως ή άλλως, κι εκείνοι οι εμπειρογνώμονες που τις απέρριψαν τέθηκαν στο περιθώριο από πολιτικούς που τους ενδιέφεραν περισσότερο οι συμβολισμοί, και που ήθελαν απεγνωσμένα να δράσουν .


Μόνο οι περιθωριοποιημένοι λαϊκιστές, οι Nigel Farage του κόσμου τούτου, ή οι παρανοϊκοί φιλελεύθεροι θα μπορούσαν ενδεχομένως να αντιταχθούν στην κατάχρηση εξουσίας των κρατών σε μια τόσο σημαντική στιγμή. Όλοι οι άλλοι ευθυγραμμίστηκαν και όλοι πανικοβληθήκαμε . Όταν οι πολιτικοί και οι επαγγελματίες της υγείας επέβαλαν όλους αυτούς τους συνεχώς μεταβαλλόμενους κανόνες, οι περισσότεροι κανονικοί άνθρωποι υπέθεσαν ότι υπήρχε κάτι σωστό σε αυτούς. Σίγουρα οι υπεύθυνοι δεν θα έδιναν εντολή σε κάτι τόσο δραστικό αν δεν λειτουργούσε, ή αν δεν ήξεραν πολύ καλά τι έκαναν…σωστά;


Πόσο λίγα γνωρίζαμε για τη φρικτή φύση του κράτους - ή ίσως τα γνωρίζαμε αλλά πρόσκαιρα τα ξεχάσαμε.


Και οι δοκιμασίες μας γίνονταν ολοένα και χειρότερες, ενώ ο ιός έκανε τα δικά του , εντελώς ανεπηρέαστος από τα μέτρα που σκαρφίζονταν οι ειδικοί για να τον κατανικήσουν. Όσο περισσότερο διαρκούσε η παρωδία αυτή, τόσο περισσότερο οι άνθρωποι άρχισαν να αγνοούν τα μέτρα: οι Αμερικανοί ταξίδεψαν για την ημέρα των ευχαριστιών σχεδόν όπως κάθε χρόνο, παρά τα κηρύγματα των ηγετών τους εναντίον των μετακινήσεων. Οι κοινωνίες άρχισαν να παίζουν αυτό το παιχνίδι, όπου οι αρμόδιοι έκαναν στομφώδεις ομιλίες προτού παραβιάσουν κατόπιν τους ίδιους ακριβώς κανόνες που οι ίδιοι επέβαλαν. Κι εμείς οι υπόλοιποι παραβιάζαμε τους κανόνες, όποτε είχαμε την ευκαιρία: ξεχάστε τις μάσκες όταν κανείς δεν σας βλέπει, βγείτε έξω ακόμα και όταν δεν μας το επιτρέπουν, καλέστε φίλους στο σπίτι όταν κανείς δεν σας ελέγχει. Κάντε μια βόλτα στο πάρκο ή στην ύπαιθρο, ακόμη και όταν απαγορεύεται. Οργανώστε μαζικές διαμαρτυρίες εάν το αριστερό, «αφυπνιστικό» σας αίτημα θεωρείται αρκετά σημαντικό.


Αντιμέτωποι με συντριπτικά στοιχεία ενάντια στις πανδημικές τους πολιτικές, οι παράγοντες του κατεστημένου επέμειναν στο αφήγημά τους, παρερμηνεύοντας την πραγματικότητα καθώς τα περιστατικά και οι θάνατοι μειώθηκαν στα τέλη της άνοιξης και του καλοκαιριού - ένα αποτέλεσμα που φάνηκε να αποδεικνύει ότι οι δημόσιες εκστρατείες κατά του ιού λειτούργησαν. Μην δίνετε σημασία στο ότι οι επιδημιολογικές καμπύλες αντιστράφηκαν πριν αρχίσουν να «λειτουργούν» οι πολιτικές αυτές, και ότι αυτό δεν έγινε πιο γρήγορα στις πολιτείες που έσφιξαν περισσότερο τη θηλιά γύρω από το λαιμό των πολιτών.


Κατά βάθος, το 2020 μας δίδαξε ότι οι αρμόδιοι του κράτους δεν έχουν ιδέα τι κάνουν, ότι στην πραγματικότητα δεν ελέγχουν αυτό που προσποιούνται ότι ελέγχουν, και ότι τα μέτρα τους δεν είναι στοχευμένα, ούτε προσαρμόζονται, ώστε να σταματήσουν την εξάπλωση ενός ιού.


Η ψηφιακή δικαίωση


Ή πάρτε μια άλλη εφεύρεση που δεν επιβλήθηκε από τα πάνω προς τα κάτω, που χλευάστηκε ακριβώς από το κατεστημένο το οποίο επιδιώκει να ανατρέψει: το Bitcoin, το διαβόητο κρυπτονόμισμα, που οι «ειδικοί» οικονομολόγοι λατρεύουν να χλευάζουν . Οι αποδόσεις του φέτος , 380% πιο πάνω από το χαμηλό του Μαρτίου, 230% από την αρχή του έτους, έθεσαν την αξία του σε δολάρια μακράν πιο πάνω από τα «επίπεδα οικονομικής φούσκας», σύμφωνα με τους ειδήμονες το 2017. Ακριβώς όπως οι προγραμματιστές και τα μυστήρια τρένα και οι πιστοί οπαδοί του ισχυρίζονταν από την αρχή.


Ως νομισματική τεχνολογία, το bitcoin εξακολουθεί να πάσχει από τα ελαττώματα που εμείς, οι εκπαιδευμένοι στα μονεταριστικά οικονομικά, προσδώσαμε στο «σύστημα ηλεκτρονικών μετρητών peer-to-peer» που σχεδίασε ο Satoshi. Αλλά το αφήγημα μετατοπίστηκε σημαντικά το 2020, και οι θεσμοί της Wall Street και τα εταιρικά ταμεία έφτασαν να σπεύδουν ασθμαίνοντας για να αποκτήσουν ένα κομμάτι αυτής της μη επιδεχόμενης πληθωρισμό, και ανθεκτικής στις κρατικές απαγορεύσεις, τεχνολογίας. Ένα χαρτοφυλάκιο ενάντια στις τρελές κυβερνήσεις και τις κεντρικές τους τράπεζες, από τις οποίες ποτέ δεν είχαμε έλλειψη.


Η επιστροφή του Bitcoin φέτος ανταγωνίζεται μόνο την κούρσα της κατά 700% ανόδου των μετοχών της Tesla , ένα άλλο παραγνωρισμένο από τις ελίτ περιουσιακό στοιχείο που διαχειρίζεται ένας εκκεντρικός αουτσάιντερ και τροφοδοτείται από παθιασμένους ακολούθους. Είναι και αυτή μια ιστορία για ένα αουτσάιντερ, που οι μη ειδικοί πίστευαν έντονα σε κάτι, το οποίο οι εμπειρογνώμονες γελοιοποιούσαν συστηματικά , και που το 2020 φαίνεται να δικαίωσε με κάποια καθυστέρηση.


Εκείνο που ενώνει όλες αυτές τις ιστορίες είναι οι θριαμβευτικές νίκες που πέτυχαν οι παραγνωρισμένοι και ταπεινωμένοι. Στις χρηματοπιστωτικές αγορές, στην τεχνολογία, και στην πολιτική, οι καταγέλαστοι «τρελοί» φαίνεται πως είχαν δίκιο από την αρχή - και οι ειδήμονες, το κατεστημένο και οι πολιτικοί αποδείχθηκαν περισσότεροι πλανημένοι κι από ό,τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Και όλα αυτά, συνοδευόμενα από έναν εξωτερικό εχθρό του οποίου η εμφάνιση στο προσκήνιο ξερίζωσε παλιές συμμαχίες και αποκάλυψε ενδόμυχες πεποιθήσεις.


Ίσως αυτές οι περιπτώσεις δικαίωσης να είναι βραχύβιες και να καταλήξουν σε δάκρυα. Ίσως η σύντομη δικαίωση των λαϊκιστών και των αουτσάιντερ να καταρρεύσει. Θα δούμε. Αλλά προς το παρόν, οι «α…καλά…» το’ χουν.


 


 


***


Ο Joakim Book είναι συγγραφέας, ερευνητής και συντάκτης για οτιδήποτε έχει σχέση με το χρήμα, τα χρηματοπιστωτικά, και την οικονομική ιστορία. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υπήρξε επισκέπτης καθηγητής στο Αμερικανικό Ινστιτούτο Οικονομικής Έρευνας το 2018 και το 2019.


Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στα: Financial Times, FT Alphaville, Neue Zürcher Zeitung, Svenska Dagbladet, Zero Hedge, The Property Chronicle και πολλά άλλα μέσα ενημέρωσης. Είναι τακτικός συνεργάτης και συνιδρυτής του σουηδικού ιστότοπου για την ελευθερία Cospaia.se, και αρθρογραφεί συχνά στα CapX , NotesOnLiberty και HumanProgress.org .


Πηγή:Το Εξπρές του Διαδικτύου

Παρασκευή 16 Απριλίου 2021

Η εν δυνάμει πολιτική κληρονομιά του Τραμπ: 50 εκατομμύρια εχθροί του κράτους

 



Λοιπόν,  τελικά τον νίκησαν τον Ντόναλντ Τραμπ. Σίγουρα πάντως τους κατατρόμαξε. Απαιτήθηκε μια μαζική, πενταετής εκστρατεία υστερίας, φόβου και μίσους, ενορχηστρωμένης από όλες τις πτέρυγες της Κυρίαρχης Ελίτ, από την ευυπόληπτη δεξιά έως στην ακτιβιστική αριστερά. Η ειρωνεία, φυσικά, είναι ότι οι τελευταίες ενέργειες της προεδρίας του Τραμπ έδειξαν πόσο μικρή απειλή, ως άτομο, υπήρξε πραγματικά για το βαθιά διεφθαρμένο κράτος της Αμερικής. Ο Λιλ Γουέιν μπορεί να είναι ελεύθερος, αλλά προσωπικότητες όπως ο Τζούλιαν Ασάνζ, ο Έντουαρντ Σνόουντεν και ο Ρος Ουλμρίχτ δεν είναι. Η μεγάλη φούσκα της Fed (κεντρική τράπεζα) απλά διογκώθηκε μιας και η Wall Street τα πήγε περίφημα, ενώ οι Αμερικανοί εργαζόμενοι συνεχίζουν να «υφίστανται διακρίσεις»

Εάν οι ιστορικοί κοιτάξουν μόνο την πολιτική κληρονομιά της κυβέρνησης Τραμπ, ο αμφιλεγόμενος χαρακτήρας της θητείας του μπορεί να προκαλέσει σύγχυση. Ένας απολογισμός φορολογικών περικοπών, απορρύθμισης, άσκοπων δαπανών, μιας πολιτικής στη Μέση Ανατολή που εστίασε στον άξονα Ισραήλ-Σαουδικής Αραβίας, μιας μεταρρύθμισης της ποινικής δικαιοσύνης και της στελέχωσης του ομοσπονδιακού δικαστηρίου με συντηρητικούς δικαστές, μοιάζει θεωρητικά σταθερά ευθυγραμμισμένος με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα της σύγχρονης εποχής. Οι συμβιβασμοί σε θέματα όπλων, η αδυναμία αντικατάστασης του προγράμματος υγείας Obamacare - ή ακόμη και της απόρριψης των βασικών αρχών του . Οι εκκλήσεις του για μεγαλύτερα πακέτα τόνωσης, που θα οδηγούσαν ίσως ορισμένους να πιστεύουν ότι ήταν σχετικά μετριοπαθής για το τρέχον πολιτικό περιβάλλον.

Κοιτώντας πίσω στο χρόνο, η πιο ριζοσπαστική ενέργεια της διακυβέρνησης του Τραμπ μπορεί απλά να ήταν η υιοθέτηση του φεντεραλισμού, εν όψει του κορωνοϊού. Είτε αυτό προέκυψε από μια πραγματική πίστη στα όρια της ομοσπονδιακής εξουσίας στην πράξη, είτε από την επιθυμία να έχει την ευελιξία να κατηγορήσει τους κυβερνήτες εάν η αντίδραση μιας Πολιτείας κατέληγε αντιδημοφιλής, η προθυμία της κυβέρνησής του να επιτρέψει στις Πολιτείες να αναλάβουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον σχεδιασμό μιας πολιτικής αντιμετώπισης, επέτρεψε μια από τις μεγαλύτερες πρακτικές απεικονίσεις της σημασίας της πολιτικής αποκέντρωσης στην πρόσφατη αμερικανική ιστορία. Ο Τραμπ επέτρεψε στη Φλόριντα να είναι η Φλόριντα και στη Νέα Υόρκη να είναι η Νέα Υόρκη. Η δυνατότητα σύγκρισης της απόδοσης των Πολιτειών ήταν απαραίτητη σε μια εποχή που οι «υγειονομικοί εμπειρογνώμονες» είχαν εργαλειοποιηθεί για την υποστήριξη της τυραννίας του κορωνοϊού.

Όλα αυτά, ωστόσο, θα έχαναν το πραγματικό νόημα των τελευταίων τεσσάρων ετών. Η κληρονομιά του Τραμπ θα είναι εκείνη ενός πολιτικού ηγέτη ο οποίος -σε μια εποχή που η αμερικανική πολιτική ακόμα προσαρμοζόταν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο περιεχόμενο που δημιουργείται από τους ίδιους τους χρήστες- έσκυψε πάνω από την πόλωση της αμερικανικής πολιτικής, και όχι να εξυπηρετήσει την «εθνική ενότητα» μόνο στα λόγια. Ένας επικριτής του θα ισχυριζόταν ότι αυτό προήλθε από την ακόρεστη ανάγκη του Τραμπ να κανακεύει το εγώ του. Ένας υποστηρικτής του θα έβλεπε έναν άνθρωπο που κατάλαβε την ανάγκη να ευθυγραμμίσει εκ νέου την αμερικανική πολιτική - αλλά τα υποκείμενα κίνητρα είναι εκτός του θέματός μας.

Ο αντίκτυπος του Trump στην αμερικανική πολιτική μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερο αντίκτυπο στο κράτος των ΗΠΑ από ό,τι η συνεργασία του με τον Mitch McConnell στον τομέα της Δικαιοσύνης.

Ένα πλήθος δημοσκοπήσεων δείχνει ότι καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ επιβιβάστηκε στο Marine One για να αποσυρθεί στο Mar-a-Lago, αυτό συνέβη με τους περισσότερους ψηφοφόρους του να πιστεύουν ότι εκείνος είναι ο νόμιμος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Μια δημοσκόπηση έδειξε ότι σχεδόν το 80% των Ρεπουμπλικάνων «δεν εμπιστεύονται τα αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών του 2020». Αν υπολογίσουμε ότι το 75% όλων των ψηφοφόρων του Τραμπ το 2020 υιοθετούν αυτήν την άποψη, αυτό μας δίνει περισσότερους από 50 εκατομμύρια Αμερικανούς που πιστεύουν ότι ζουν υπό το καθεστώς μιας παράνομης ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Αυτή η πραγματικότητα τρομάζει την πολιτική τάξη της Ουάσιγκτον περισσότερο από οτιδήποτε μπορούσε να κάνει ο Ντόναλντ Τραμπ κατά την θητεία του στον Λευκό Οίκο.

Όπως επεσήμανε ο Murray Rothbard στην Ανατομία του Κράτους , «αυτό που φοβάται το Κράτος πάνω απ' όλα, φυσικά, είναι οποιαδήποτε θεμελιώδης απειλή για τη δική του εξουσία και τη δική του ύπαρξη.» Ένα ζωτικό κομμάτι της ύπαρξης του κράτους είναι η ικανότητά του να δικαιολογεί τις ενέργειές του με έναν μανδύα «νομιμοποίησης» - που στην εποχή της δημοκρατίας προέρχεται από την ιδέα περί «συγκατάθεσης των κυβερνωμένων».

Το αποτέλεσμα του να βλέπουν 50 και πλέον εκατομμύρια Αμερικανοί τον επόμενο Πρόεδρο ως απατεώνα που επιβάλλεται στον λαό, είναι μια ορκωμοσία που πραγματοποιήθηκε με την Ουάσιγκτον DC να μοιάζει με πολεμική ζώνη, περικυκλωμένη από στρατιώτες που το καθεστώς δεν τους εμπιστεύεται ούτε στο πώς θα χρησιμοποιήσουν τα πυρομαχικά τους.

Το μειονέκτημα του να ενεργεί το καθεστώς της Αμερικής από μια θέση φόβου είναι ότι, είναι πιθανό να εκδηλώσει ένα αδίστακτο ξέσπασμα, όπως κάνουν τα περισσότεροι βίαια αρπακτικά όταν νιώθουν να απειλούνται. Μετά τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου στο Καπιτώλιο, ο καθεστωτικός Τύπος εξύψωσε μια σειρά από «εμπειρογνώμονες της τρομοκρατίας», οι οποίοι ζήτησαν ρητά τα εργαλεία που δημιουργήθηκαν κατά τον πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία να στραφούν προς το εσωτερικό, για την αντιμετώπιση της αυξανόμενα «επαπειλούμενης εξέγερσης» του Τραμπ.

Όπως σημειώνει ο Glenn Greenwald , «Δεν χρειάζεται καμία αξιολόγηση του κινδύνου. Εκείνοι που ασκούν εξουσία το απαιτούν.»

Το καλό της υπόθεσης είναι ότι η μαζική ανάπτυξη των ομοσπονδιακών στρατιωτικών δυνάμεων εξαρτάται πάντα από το να γνωρίζει ο κόσμος ότι μια τέτοια εξουσία ασκείται για την προστασία του. Ως εκ τούτου, η δημοκρατία, αντί να είναι ο δημόσιος έλεγχος κατά της τυραννίας, συχνότερα υπήρξε ένα μέσο να δοθεί με ειρηνικό τρόπο η δυνατότητα σε αξιωματούχους να γλιτώσουν από καταχρήσεις εξουσίας, που οι ηγέτες ολοκληρωτικών καθεστώτων θα μπορούσαν να διαχειριστούν μόνο με ωμή βία.

Για να παραθέσω τον Rothbard:

«Όπως επεσήμανε εύστοχα ο Bertrand de Jouvenel, κατά τη διάρκεια των αιώνων οι άνθρωποι έχουν διαμορφώσει έννοιες σχεδιασμένες για να ελέγχουν και να περιορίζουν την άσκηση της κρατικής εξουσίας. Και το κράτος, χρησιμοποιώντας τους διανοούμενους συμμάχους του, μπόρεσε να μετατρέψει αυτές τις έννοιες, τη μία μετά την άλλη, σε πνευματικές σφραγίδες νομιμότητας και αρετής, προσαρτώντας τις στα διατάγματα και τις ενέργειές του. Αρχικά, στη Δυτική Ευρώπη, η έννοια της θεϊκής εξουσίας υποστήριζε ότι οι βασιλείς μπορούν να κυβερνούν μόνο σύμφωνα με τον θεϊκό νόμο. Οι βασιλείς μετέτρεψαν αυτή την ιδέα σε μια σφραγίδα θεϊκής έγκρισης για οποιαδήποτε ενέργειά τους. Η έννοια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ξεκίνησε ως ο λαϊκός έλεγχος της απόλυτης εξουσίας του μονάρχη. Κατέληξε με το κοινοβούλιο να είναι το ουσιαστικό τμήμα του Κράτους και με κάθε πράξη του να θεωρείται απολύτως νόμιμη.»

Ως εκ τούτου, ακόμη και αν οι επιθετικές ενέργειες της κυβέρνησης Μπάιντεν για να αντιμετωπιστεί το φάντασμα μιας εξέγερσης υποκινημένης από τον Τραμπ έχουν τη ρητή υποστήριξη των κατ’ όνομα Ρεπουμπλικανών ηγετών όπως ο Μιτς ΜακΚόννελ ή ο Κέβιν Μακάρθι, πώς θα μπορούσε να δει αυτές τις ενέργειες η Αμερική του «Make America Great Again» (MAGA); Εάν αναγκαζόταν να επιλέξει, κάποιος όπως ο Κυβερνήτης Ρον Ντεσάντις θα ευθυγραμμιζόταν με μια «δικομματική» προσπάθεια από τις ελίτ της Ουάσιγκτον, ή θα προτιμούσε να ηγηθεί της αντίστασης στην εποχή του Μπάιντεν; Ακόμα κι αν η αντίσταση σε μια κυβέρνηση του Μπάιντεν δεν είναι ιδεολογικά φιλελεύθερη ή ουσιωδώς «αντι-κρατική», μια ρητή απόρριψη της ομοσπονδιακής κυριαρχίας θα  ήταν ένα ζωτικό πρώτο βήμα προς  το είδος της πολιτικής αποκέντρωσης και της αυτοδιακυβέρνησης που τελικά απαιτείται για κάθε ειρηνική πολιτική τάξη.

Φυσικά, όλα αυτά προϋποθέτουν ότι η βάση των ακολούθων του Τραμπ θα παραμείνει πιστή - ή τουλάχιστον ότι θα παραμένει εχθρική προς το νέο καθεστώς. Εάν ο Μπάιντεν κυβερνήσει κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο έκανε την προεκλογική του εκστρατεία, παραμένοντας σε μεγάλο βαθμό μακριά από την κοινή θέα, και αποφεύγοντας να κάνει τολμηρές δηλώσεις και δεσμεύσεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ίσως το κοινό μπορέσει να ηρεμήσει και πάλι, και οι κομματικές διαιρέσεις να υποβαθμιστούν σε πολύ επιφανειακές διαφορές, όπως συνέβη άλλωστε για μεγάλο μέρος της σύγχρονης εποχής.

Εάν, ωστόσο, η διοίκηση Μπάιντεν κυβερνήσει περισσότερο όπως επιθυμεί ο καθεστωτικός Τύπος και το μπλε (ενν.Democrat) Twitter – διεξάγοντας πόλεμο για τους ρόλους των φύλων , δίνοντας προτεραιότητα σε ζητήματα των τρανσέξουαλ , πιέζοντας για οικονομικές πολιτικές που σκοτώνουν θέσεις εργασίας κατά τη διάρκεια μιας πανδημίαςενεργώντας μονομερώς στο ζήτημα της μετανάστευσης , ποινικοποιώντας την κατοχή όπλων , «σωφρονίζοντας» τους υποστηρικτές του Τραμπ , αντιμετωπίζοντας το MAGA όπως η Αλ Κάιντα , κ.λπ. - τότε οι διαφορές μεταξύ της Αμερικής του Τραμπ και της Αμερικής του Μπάιντεν δεν θα μπορέσουν παρά μόνο να εδραιωθούν. Και αυτή η ανάλυση δεν λαμβάνει καν υπόψη το τι θα συμβεί αν η Αμερική βιώσει τα δεινά μιας οικονομικής κρίσης.

Η κληρονομιά του Τραμπ δεν θα διαμορφωθεί από τις ενέργειές του - ούτε ακόμα και από το πώς τον απεικονίζουν οι εχθροί του. Τελικά, το θέμα είναι η βάση των υποστηρικτών του και το κίνημα που ενέπνευσε. Όπως σημείωσε ο Lew Rockwell σε μια πρόσφατη συνέντευξή του με τον Buck Johnson, «Οι υποστηρικτές του Τζέφερσον ήταν πολύ καλύτεροι από τον Τζέφερσον. Οι υποστηρικτές του Ταφτ ήταν πολύ καλύτεροι από τον Ρόμπερτ Τάφτ. Οι υποστηρικτές του Τραμπ τείνουν να είναι πολύ καλύτεροι από τον Τραμπ.»

Εάν ο σκεπτικισμός για τις εκλογές του 2020, τροφοδοτημένος από τις ενέργειες μιας νέας διοίκησης, πείσει επιτέλους τα 50 και πλέον εκατομμύρια υποστηρικτών του Τραμπ ότι οι βάρβαροι στο Beltway της Ουάσιγκτον δεν τους εκπροσωπούν, και αντιδράσουν αναλόγως, τότε η προεδρία του Τραμπ θα αποτελέσει - παρά τις δικές του ενέργειες - την αναταραχή που οι ελίτ της Αμερικής φοβήθηκαν πραγματικά.


Το άρθρο του Tho Bishop δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Mises Institute και μας διατέθηκε μεταφρασμένο από Το Εξπρές του Διαδικτύου