Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2021

Hans H. Hoppe: Τα βήματα προς την πλήρη αποκρατικοποίηση της κοινωνίας

 

Δοκίμιο του Hans Hermann Hoppe, που δημοσιεύτηκε στις 7 Αυγούστου 2021. Απόδοση στα ελληνικά, Νίκος Μαρής. Χρόνος ανάγνωσης 19'. 

   



Έχω τρεις στόχους. Πρώτον, θέλω να διευκρινίσω την φύση και τη λειτουργία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Δεύτερον, θέλω να διευκρινίσω τη διάκριση μεταξύ «κοινών» αγαθών και ιδιοκτησίας, και «δημόσιων» αγαθών και περιουσίας, και να εξηγήσω το δομικό σφάλμα που είναι εγγενές στον θεσμό των δημόσιων αγαθών και της δημόσιας περιουσίας. Τρίτον, θέλω να εξηγήσω τη λογική και τις αρχές της ιδιωτικοποίησης.




I. Θεωρητικά προκαταρκτικά

Θα ξεκινήσω με μερικές αφηρημένες αλλά θεμελιώδεις θεωρητικές εκτιμήσεις σχετικά με τις αιτίες των συγκρούσεων και τον σκοπό των κοινωνικών κανόνων. Αν δεν υπήρχαν διαπροσωπικές συγκρούσεις, δεν θα υπήρχε η ανάγκη για κανόνες (νόρμες). Σκοπός των κανόνων είναι να βοηθήσουν στην αποφυγή κατά τα άλλα αναπόφευκτων συγκρούσεων. Ένας κανόνας που δημιουργεί σύγκρουση, αντί να βοηθά στην αποφυγή της, είναι αντίθετος με τον σκοπό των κανόνων, δηλαδή, είναι ένας δυσλειτουργικός κανόνας ή μια στρέβλωση.


Μερικές φορές πιστεύεται ότι οι συγκρούσεις προκύπτουν από το απλό γεγονός της ύπαρξης διαφορετικών ανθρώπων που έχουν διαφορετικά συμφέροντα ή απόψεις. Αλλά αυτό το σκεπτικό είναι εσφαλμένο, ή τουλάχιστον εξαιρετικά ατελές. Απλά και μόνο από την ποικιλία των ατομικών συμφερόντων και απόψεων, δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να προκύψουν συγκρούσεις. Εγώ, για παράδειγμα, θέλω να βρέχει και ο γείτονάς μου θέλει να λάμπει ο ήλιος. Τα συμφέροντά μας είναι αντίθετα. Ωστόσο, επειδή ούτε εγώ, ούτε ο γείτονάς μου ελέγχουμε τον ήλιο ή τα σύννεφα, τα αντικρουόμενα συμφέροντά μας δεν έχουν πρακτικές συνέπειες. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για τον καιρό. Ομοίως, μπορεί να πιστεύω ότι το Α προκαλεί το Β, και εσείς να πιστεύετε ότι το Β προκαλείται από το Γ. Ή να πιστεύω και προσεύχομαι στον Θεό, και εσείς όχι. Αλλά αν αυτή είναι όλη κι όλη η διαφορά, δεν υπάρχει μεταξύ μας καμία πρακτική συνέπεια. Τα διαφορετικά συμφέροντα και οι πεποιθήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε σύγκρουση μόνο όταν τίθενται σε λειτουργία -όταν συνυφαίνονται ή εφαρμόζονται σε αντικείμενα υπό τον έλεγχό μας, στα οικονομικά αγαθά, ή αλλιώς τα μέσα της ανθρώπινης δράσης.


Ακόμα και αν τα συμφέροντα και οι ιδέες μας συνδέονται και εφαρμόζονται με/σε οικονομικά αγαθά, καμία σύγκρουση δεν έχει αποτέλεσμα εφόσον τα συμφέροντα και οι ιδέες μας αφορούν αποκλειστικά διαφορετικά - υλικώς ξεχωριστά - αγαθά. Η σύγκρουση προκύπτει μόνο εάν τα διαφορετικά συμφέροντα και οι πεποιθήσεις μας συνδέονται και επενδύονται σε ένα και μόνο αγαθό. Στην μυθική Schlaraffenland , 1


 

με μια υπερπληθώρα αγαθών, δεν μπορεί να προκύψει καμία σύγκρουση (εκτός από τις συγκρούσεις σχετικά με τη αξιοποίηση των σωμάτων μας, στα οποία ενσαρκώνοται τα ίδια μας τα συμφέροντα και οι ιδέες μας). Υπάρχουν αρκετά αγαθά για να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες όλων. Προκειμένου τα διαφορετικά συμφέροντα και οι διαφορετικές ιδέες να οδηγήσουν σε σύγκρουση, τα αγαθά πρέπει να είναι πεπερασμένα. Μόνο η σπανιότητα καθιστά πιθανό το να συνυφανθούν με - και να επενδυθούν σε - ένα και το αυτό απόθεμα αγαθών. Οι διενέξεις, λοιπόν, είναι απτές συγκρούσεις σχετικά με τον έλεγχο του ενός και του αυτού δεδομένου αποθέματος αγαθών. Οι άνθρωποι συγκρούονται επειδή θέλουν να χρησιμοποιήσουν τα ίδια αγαθά με διαφορετικούς, ασύμβατους μεταξύ τους τρόπους.


 


Ακόμη και σε συνθήκες σπανιότητας, ωστόσο, όταν οι συγκρούσεις είναι πιθανές, δεν είναι απαραίτητες ή αναπόφευκτες. Όλες οι συγκρούσεις σχετικά με τη χρήση οποιουδήποτε αγαθού μπορούν να αποφευχθούν εάν απλά κάθε αγαθό ανήκει σε κάποιον ιδιώτη, δηλαδή ελέγχεται αποκλειστικά από κάποιο συγκεκριμένο άτομο (α) και είναι πάντα σαφές ποιο πράγμα ανήκει σε ποιον, και ποιο όχι. Τα συμφέροντα και οι απόψεις των ατόμων μπορεί τότε να είναι όσο πιο διαφορετικές γίνεται, και όμως δεν θα προκύπτει σύγκρουση, εφόσον τα συμφέροντα και οι απόψεις τους αφορούν πάντα και αποκλειστικά τη δική τους διακριτή ιδιοκτησία.


Αυτό που χρειάζεται, λοιπόν, για να αποφευχθεί κάθε σύγκρουση, είναι μόνο ένας κανόνας σχετικά με την ιδιωτικοποίηση των σπάνιων πραγμάτων (αγαθών). Πιο συγκεκριμένα, για να αποφευχθούν όλες οι συγκρούσεις από τις απαρχές της ανθρωπότητας και μετά, ο απαιτούμενος κανόνας αφορά αναπόφευκτα την αρχική ιδιοποίηση των αγαθών (ο πρώτος μετασχηματισμός των «αντικειμένων» της φύσης σε «οικονομικά αγαθά» και ιδιωτική ιδιοκτησία). Επιπλέον, η αρχική ιδιοποίηση αγαθών δεν μπορεί να συμβαίνει με μια λεκτική διακήρυξη, δηλαδή με μια απλή εκφώνηση λέξεων, γιατί αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει και να μην οδηγήσει σε μόνιμες και ανεπίλυτες συγκρούσεις μόνο εάν, αντίθετα με την αρχική μας υπόθεση για τα διαφορετικά συμφέροντα και τις απόψεις, υπήρχε μια προ-εγκαθιδρυμένη αρμονία των συμφερόντων και των ιδεών όλων των ανθρώπων. (Ωστόσο, σε εκείνη την περίπτωση δεν θα χρειάζονταν κανόνες εξ υπαρχής!)


Αντιθέτως, για να αποφευχθούν όλες οι αναπόφευκτες, κατά τα άλλα, συγκρούσεις η αρχική ιδιωτικοποίηση των αγαθών πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσω κάποιων ενεργειών: μέσω πράξεων αρχικής οικειοποίησης αυτών που προηγουμένως ήταν απλά «πράγματα». Μόνο μέσω ενεργειών, που λαμβάνουν χώρα στο χρόνο και στο χώρο, μπορεί να δημιουργηθεί ένας αντικειμενικός - διακειμενικά εξακριβώσιμος - σύνδεσμος μεταξύ ενός συγκεκριμένου προσώπου και ενός συγκεκριμένου αγαθού. Και μόνο ο πρώτος ιδιοκτήτης ενός προηγουμένως άκτητου αντικειμένου μπορεί να αποκτήσει αυτό το αντικείμενο χωρίς σύγκρουση. Διότι, εξ ορισμού, ως πρώτος ιδιοκτήτης δεν μπορεί να έχει έρθει σε σύγκρουση με κανέναν για την ιδιοποίηση του εν λόγω αγαθού, καθώς όλοι οι άλλοι δεν εμφανίστηκαν στο προσκήνιο παρά μόνο αργότερα. Κάθε ιδιοκτησία πρέπει να επιστρέφει νοητά, άμεσα ή έμμεσα, μέσω μιας αλυσίδας αμοιβαία επωφελών και, συνεπώς, χωρίς συγκρούσεις μεταβιβάσεων ιδιοκτησιακών τίτλων, σε αρχικούς ιδιοκτήτες και σε πράξεις αρχικής ιδιοποίησης.


Στην πραγματικότητα, αυτή η απάντηση είναι αποδεικτικά, - δηλαδή, όχι υποθετικά - αληθής. Ελλείψει μιας προ-εγκαθιδρυμένης αρμονίας όλων των ατομικών συμφερόντων, μόνο η ιδιωτική ιδιοκτησία μπορεί να βοηθήσει να αποφευχθεί η σε διαφορετική περίπτωση - υπό συνθήκες σπανιότητας - αναπόφευκτη σύγκρουση. Και μόνο η αρχή της απόκτησης ιδιοκτησίας, μέσω της αρχικής ιδιοποίησης ή της αμοιβαία επωφελούς μεταβίβασης από έναν προγενέστερο σε έναν μεταγενέστερο ιδιοκτήτη, καθιστά εφικτή την αποφυγή των συγκρούσεων εντελώς - από τις απαρχές της ανθρωπότητας έως το τέλος της. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Κάθε άλλη απόφαση είναι αντίθετη με τη φύση του ανθρώπου ως ορθολογικά δρώντος ατόμου.


Συμπερασματικά, ακόμη και υπό συνθήκες παντελούς σπανιότητας είναι πιθανό ότι τα άτομα με διαφορετικά συμφέροντα και ιδέες μπορούν να συνυπάρχουν ειρηνικά -χωρίς σύγκρουση- υπό την προϋπόθεση ότι αναγνωρίζουν τον θεσμό της ιδιωτικής (δηλαδή αποκλειστικής) ιδιοκτησίας και του πρώτιστου θεμελίου της, διαμέσω της πρακτικής της αρχικής ιδιοποίησης.




II. Ιδιωτική περιουσία, κοινά αγαθά και δημόσια περιουσία

Επιτρέψτε μου τώρα να περάσω από τη θεωρία, στην πράξη και την εφαρμογή. Ας υποθέσουμε ένα μικρό χωριό με ιδιόκτητα σπίτια, κήπους και χωράφια. Κατ' αρχήν, όλες οι συγκρούσεις σχετικά με τη χρήση αυτών των αγαθών μπορούν να αποφευχθούν, επειδή είναι σαφές ποιος κατέχει και έχει τον αποκλειστικό έλεγχο σε κάθε σπίτι, κήπο και χωράφι, και ποιος όχι.


Στη συνέχεια, ένας «δημόσιος» δρόμος εκτείνεται μπροστά από τα ιδιόκτητα σπίτια και ένα «δημόσιο» μονοπάτι οδηγεί μέσα από το δάσος στην άκρη του χωριού, σε μια λίμνη. Ποια είναι η κατάσταση αυτού του δρόμου και αυτού του μονοπατιού; Δεν αποτελούν ιδιωτική ιδιοκτησία. Πράγματι, υποθέτουμε ότι κανείς δεν ισχυρίζεται πως είναι ο ιδιώτης ιδιοκτήτης του δρόμου ή του μονοπατιού. Αντίθετα, ο δρόμος και το μονοπάτι αποτελούν μέρος του φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο ενεργούν όλοι. Όλοι χρησιμοποιούν το δρόμο, αλλά κανείς δεν τον κατέχει ή δεν ασκεί αποκλειστικό έλεγχο στη χρήση του.


Είναι κατανοητό ότι αυτή η κατάσταση με δημόσιους δρόμους χωρίς ιδιοκτήτες μπορεί να συνεχιστεί για πάντα χωρίς να οδηγήσει σε σύγκρουση. Ωστόσο, δεν είναι πολύ ρεαλιστικό, επειδή αυτό απαιτεί να υποθέσουμε την ύπαρξη μιας στατικής οικονομίας. Με την οικονομική μεταβολή και την ανάπτυξη, όμως, και ιδίως με έναν αυξανόμενο πληθυσμό, οι συγκρούσεις σχετικά με τη χρήση του δημόσιου δρόμου αναμένεται να αυξηθούν. Ενώ οι «συγκρούσεις για τον δρόμο» αρχικά μπορεί να ήταν τόσο σπάνιες και τόσο εύκολο να αποφευχθούν, ώστε να μην προκαλούσαν ανησυχία σε κανέναν, τώρα είναι πανταχού παρούσες και όχι πια ανεκτές. Ο δρόμος είναι συνεχώς μποτιλιαρισμένος και μονίμως σε κακή κατάσταση. Απαιτείται μια λύση. Ο δρόμος πρέπει να αφαιρεθεί από τη σφαίρα του περιβάλλοντος - των εξωτερικών «πραγμάτων» ή της κοινής ιδιοκτησίας - και να μπει στη σφαίρα των «οικονομικών αγαθών». Αυτή, η αυξανόμενη εξοικονόμηση στα πράγματα που θεωρούνταν και αντιμετωπίζονταν ως «δωρεάν αγαθά», είναι ο δρόμος του πολιτισμού και της προόδου.


Στο πρόβλημα της διαχείρισης των ολοένα και πιο ανυπόφορων συγκρούσεων σχετικά με τη χρήση της «κοινής περιουσίας» δύο λύσεις έχουν προταθεί και δοκιμαστεί. Η πρώτη - και σωστή - λύση είναι η ιδιωτικοποίηση του δρόμου. Η δεύτερη - λανθασμένη - λύση είναι να μετατραπούν οι δρόμοι σε αυτό που σήμερα ονομάζεται «δημόσια ιδιοκτησία» (η οποία είναι πολύ διαφορετική από τα προηγούμενα, άκτητα «κοινά» αγαθά και τις άκτητες περιουσίες). Το γιατί η δεύτερη λύση είναι εσφαλμένη ή δυσλειτουργική μπορεί να γίνει καλύτερα αντιληπτό σε αντιπαραβολή με την εναλλακτική επιλογή της ιδιωτικοποίησης.


Πώς είναι δυνατόν οι κοινόχρηστοι δρόμοι που παλαιότερα δεν είχαν ιδιοκτήτη, να ιδιωτικοποιηθούν χωρίς να δημιουργηθούν συγκρούσεις με άλλους; Η σύντομη απάντηση είναι ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την προϋπόθεση ότι η ιδιωτικοποίηση των δρόμων δεν παραβιάζει τα προηγουμένως κατοχυρωμένα δικαιώματα - την εξυπηρέτηση - των ιδιοκτητών ιδιωτικών ακινήτων να χρησιμοποιούν αυτούς τους δρόμους «δωρεάν». Όλοι πρέπει να παραμείνουν ελεύθεροι να περπατούν στον δρόμο από σπίτι σε σπίτι, μέσα στο δάσος και προς τη λίμνη, όπως και πριν. Όλοι διατηρούν την προτεραιότητα που είχαν, και ως εκ τούτου κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει χειροτερέψει η κατάστασή του με την ιδιωτικοποίηση του δρόμου. Σίγουρα, για να αντικειμενοποιήσει - και να επικυρώσει - κάποιος τον ισχυρισμό του ότι ο πρώην κοινός δρόμος είναι τώρα ιδιωτικός, και ότι αυτός (και κανένας άλλος) είναι ο ιδιοκτήτης του, ο ιδιοκτήτης (όποιος κι αν είναι) πρέπει να εκτελέσει κάποια ορατή εργασία συντήρησης και επισκευής κατά μήκος του δρόμου. Τότε, ως ιδιοκτήτης του, αυτός - και κανένας άλλος - μπορεί να αναπτύξει και να βελτιώσει περαιτέρω τους δρόμους όπως κρίνει σκόπιμο. Εκείνος θέτει τους κανόνες και τους κανονισμούς σχετικά με τη χρήση του δρόμου του, έτσι ώστε να αποφεύγονται όλες οι συγκρούσεις στο δρόμο. Μπορεί να φτιάξει μια καντίνα για χοτ-ντογκ ή bratwurst στο δρόμο του, για παράδειγμα, και να αποκλείσει τους άλλους από το να κάνουν το ίδιο. Ή μπορεί να απαγορεύσει τo να χασομεράει κανείς στο δρόμο του, και να εισπράττει κάποια αμοιβή για την αποκομιδή των σκουπιδιών. Όσον αφορά τους αλλοδαπούς ή τους ξένους, ο ιδιοκτήτης του δρόμου μπορεί να καθορίσει τους κανόνες εισόδου για τους απρόσκλητους αγνώστους. Τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, ως ιδιώτης ιδιοκτήτης του μπορεί να πουλήσει τον δρόμο σε κάποιον άλλο (με όλα τα προγενέστερα κατοχυρωμένα δικαιώματα διέλευσης να παραμένουν άθικτα).


Σε όλα αυτά, είναι πιο σημαντικό το να γίνει μια ιδιωτικοποίηση παρά το ποια συγκεκριμένη μορφή θα πάρει. Στο ένα άκρο του φάσματος των πιθανών ιδιωτικοποιήσεων μπορούμε να φανταστούμε έναν μόνο ιδιοκτήτη. Ένας πλούσιος χωρικός, για παράδειγμα, αναλαμβάνει τη συντήρηση και την επισκευή του δρόμου και έτσι γίνεται ιδιοκτήτης του. Στην άλλη άκρη του φάσματος, μπορούμε να φανταστούμε ότι η αρχική συντήρηση ή επισκευή του δρόμου είναι το αποτέλεσμα μιας πραγματικά κοινοτικής προσπάθειας. Σε αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχει μόνο ένας ιδιοκτήτης του δρόμου, αλλά κάθε μέλος της κοινότητας είναι (αρχικά) ισότιμος συνιδιοκτήτης του. Ελλείψει μιας προ-εγκαθιδρυμένης αρμονίας όλων των συμφερόντων και των απόψεων, μια τέτοια συνιδιοκτησία απαιτεί έναν μηχανισμό λήψης αποφάσεων σχετικά με την περαιτέρω ανάπτυξη του δρόμου. Ας υποθέσουμε ότι, όπως και σε μια μετοχική εταιρεία, η πλειοψηφία των ιδιοκτητών του δρόμου είναι που καθορίζει τι να κάνει ή να μην κάνει με αυτόν. Αυτό, δηλαδή ο κανόνας της πλειοψηφίας, μυρίζει συγκρούσεις, αλλά σε αυτή την περίπτωση τα πράγματα δεν είναι έτσι. Κάθε ιδιοκτήτης που είναι δυσαρεστημένος με τις αποφάσεις της πλειοψηφίας των ιδιοκτητών, ο οποίος πιστεύει ότι τα βάρη που του επιβάλλονται από την πλειοψηφία είναι μεγαλύτερα από τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει από την (μερική) ιδιοκτησία του στο δρόμο, μπορεί πάντα και ανά πάσα στιγμή να εγκαταλείψει ή να επιλέξει την«έξοδο» από το εγχείρημα. Μπορεί να πουλήσει το μερίδιο της ιδιοκτησίας του σε κάποιον άλλο, ανοίγοντας έτσι τη δυνατότητα συγκέντρωσης των τίτλων ιδιοκτησίας θεωρητικά σε έναν μόνο κάτοχο, διατηρώντας παράλληλα το αρχικό του δικαίωμα διέλευσης.


Αντίθετα, ένα πολύ διαφορετικό είδος ιδιοκτησίας του δρόμου δημιουργείται εάν η επιλογή εξόδου δεν υπάρχει, δηλαδή, εάν ένα άτομο δεν επιτρέπεται να πουλήσει το μερίδιό του στην ιδιοκτησία του δρόμου, ή του αφαιρεθεί το προηγούμενο δικαίωμα διέλευσης. Αυτό, ωστόσο, είναι ακριβώς αυτό που καθορίζει και χαρακτηρίζει τη δεύτερη, «δημόσια» εκδοχή ιδιοκτησίας. Ο δημόσιος δρόμος, με αυτή τη σύγχρονη έννοια της λέξης «δημόσιος», δεν είναι άκτητος όπως ήταν κάποτε. Υπάρχει ένας ιδιοκτήτης του δρόμου - είτε πρόκειται για ένα συγκεκριμένο άτομο, τον «βασιλιά του δρόμου», είτε για έναν δημοκρατικά εκλεγμένο κυβερνήτη του δρόμου - που έχει τον αποκλειστικό λόγο στον καθορισμό των κανόνων της κυκλοφορίας και στον καθορισμό της μελλοντικής ανάπτυξης του δρόμου. Αλλά ο κυβερνήτης του δρόμου δεν επιτρέπει στους εκλογείς του, δηλαδή στους ανθρώπους οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι ισότιμοι συνιδιοκτήτες του δρόμου, να πουλήσουν το μερίδιο της ιδιοκτησίας τους (και έτσι τους καθιστά υποχρεωτικά ιδιοκτήτες σε κάτι το οποίο θα προτιμούσαν να αποχωριστούν).


Τα αποτελέσματα αυτής της διευθέτησης είναι προβλέψιμα. Αρνούμενος την επιλογή της «εξόδου», ο ιδιοκτήτης του «δημόσιου» δρόμου έχει πετύχει τον στραγγαλισμό του πληθυσμού του χωριού. Κατά συνέπεια, τα τέλη και οι άλλοι όροι που επιβάλλονται στους κατοίκους του χωριού για τη συνεχή χρήση του πρώην «δωρεάν» δρόμου θα τείνουν να γίνονται όλο και πιο επαχθή. Οι συγκρούσεις δεν θα αποφεύγονται. Το αντίθετο, οι συγκρούσεις θα είναι πλέον θεσμοθετημένες. Επειδή η επιλογή εξόδου είναι κλειστή, δηλαδή επειδή οι χρήστες του δημόσιου δρόμου πρέπει τώρα να πληρώνουν για ό,τι στο παρελθόν είχαν δωρεάν, και επειδή κανένας κάτοικος δεν μπορεί να πουλήσει και να απαλλαγεί από το μερίδιο της υποτιθέμενης ιδιοκτησίας του στον δρόμο, αλλά παραμένει συνεχώς δεσμευμένος από τις αποφάσεις που λαμβάνει ο κυβερνήτης ή βασιλιάς του δρόμου, όχι μόνο οι συγκρούσεις σχετικά με την περαιτέρω χρήση, συντήρηση και ανάπτυξη του ίδιου του δρόμου καθίστανται μόνιμες και πανταχού παρούσες, αλλά, με τους «δημόσιους» δρόμους εμφανίζονται συγκρούσεις εκεί που προηγουμένως δεν υπήρχαν. Γιατί εάν οι ιδιώτες ιδιοκτήτες των σπιτιών, των κήπων και των χωραφιών κατά μήκος του δρόμου πρέπει να καταβάλλουν εισφορές στον ιδιοκτήτη του δρόμου για να συνεχίσουν να κάνουν αυτό που έκαναν πριν, δηλαδή, εάν πρέπει να πληρώνουν φόρους στον ιδιοκτήτη του δρόμου, τότε, με τον ίδιο τρόπο, ο ιδιοκτήτης του δρόμου έχει αποκτήσει τον έλεγχο των ιδιωτικών τους ιδιοκτησιών. Ο έλεγχος ενός ιδιώτη ιδιοκτήτη στη χρήση του σπιτιού του παύει πλέον να είναι αποκλειστικός. Αντίθετα, ο ιδιοκτήτης του παρακείμενου δρόμου μπορεί να παρεμβαίνει στις αποφάσεις ενός ιδιοκτήτη σχετικά με το σπίτι του. Μπορεί να πει στον ιδιοκτήτη του σπιτιού τι να κάνει ή να μην κάνει με το σπίτι του, εάν θέλει να βγαίνει ή να μπαίνει σ' αυτό όπως πριν. Δηλαδή, ο ιδιοκτήτης του δημόσιου δρόμου είναι σε μια θέση απ' όπου μπορεί να περιορίσει, και τελικά ακόμη και να εξαλείψει, δηλ. να απαλλοτριώσει, κάθε ιδιωτική ιδιοκτησία και κάθε ιδιοκτησιακό δικαίωμα, και επομένως να καταστήσει τις συγκρούσεις αναπόδραστες και πανταχού παρούσες.




III. Το σκεπτικό της ιδιωτικοποίησης

Θα πρέπει τώρα πια να έχει γίνει σαφές γιατί ο θεσμός της δημόσιας περιουσίας είναι δυσλειτουργικός. Οι θεσμοί και οι κανόνες που τα διέπουν έχουν τον σκοπό να βοηθούν στην αποφυγή των συγκρούσεων. Αλλά ο θεσμός της «δημόσιας» περιουσίας - των «δημόσιων» δρόμων - δημιουργεί και αυξάνει τις συγκρούσεις. Για λόγους αποφυγής των συγκρούσεων (για χάρη της ειρηνικής ανθρώπινης συνεργασίας), λοιπόν, η δημόσια περιουσία πρέπει να φύγει. Όλη η δημόσια περιουσία πρέπει να γίνει ιδιωτική ιδιοκτησία.


Αλλά πώς θα αποκρατικοποιηθεί ο «πραγματικός κόσμος», ο οποίος έχει αναπτυχθεί πολύ πέρα ​​από το απλό μοντέλο του χωριού που εξέταζα μέχρι τώρα; Σε αυτόν τον «πραγματικό κόσμο» δεν έχουμε μόνο δημόσιους δρόμους, αλλά και δημόσια πάρκα, δημόσια γη, ποτάμια, λίμνες, ακτογραμμές, κατοικίες, σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, στρατώνες, αεροδρόμια, λιμάνια, βιβλιοθήκες, μουσεία, μνημεία, και πάει λέγοντας. Επίσης, επιπροσθέτως των τοπικών διοικήσεων έχουμε μια ιεραρχία «ανώτερων» περιφερειακών, και τελικά «υπέρτατων» εθνικών ή κεντρικών κυβερνήσεων ως ιδιοκτήτες τέτοιων αγαθών. Προβλέψιμα, επίσης, παράλληλα με την εδαφική επέκταση και διόγκωση του τομέα των δημόσιων αγαθών, στον οποίο οι ιδιοκτήτες ιδιωτικών ακινήτων έχουν εμπλακεί χωρίς καμία «έξοδο διαφυγής», το εύρος των επιλογών που απομένει στους ανθρώπους όσον αφορά την ιδιωτική τους περιουσία γίνεται όλο και πιο περιορισμένο και στενό. Απομένει μόνο ένα μικρό, και ολοένα απομειούμενο πεδίο, όπου οι ιδιώτες ιδιοκτήτες των ακινήτων μπορούν ακόμα να λαμβάνουν ελεύθερα αποφάσεις, δηλαδή αποφάσεις απαλλαγμένες από κάποια πιθανή εισβολή ή παρέμβαση κάποιας δημόσιας αρχής. Ούτε καν στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του δεν αφήνεται κανείς ελεύθερος και ανεμπόδιστος να ασκήσει τον αποκλειστικό έλεγχο της περιουσίας του. Σήμερα, στο όνομα του κοινού καλού, και ως ιδιοκτήτες όλων των «δημόσιων αγαθών», τα κράτη μπορούν να εισβάλουν στο σπίτι σας, να δημεύσουν όλα τα υπάρχοντά σας, ακόμη και να απαγάγουν τα παιδιά σας. [σ.σ. σκεφτείτε τι θα συμβεί αν κάποιος γονέας δεν παραδώσει το παιδί του στο κρατικό σύστημα εκπαίδευσης]


Προφανώς, στον «πραγματικό κόσμο», το ερώτημα της ιδιωτικοποίησης είναι πιο δύσκολο από ό,τι στο απλό μοντέλο του χωριού. Αλλά το μοντέλο του χωριού και η στοιχειώδης κοινωνική θεωρία μπορούν να μας βοηθήσουν να αναγνωρίσουμε την αρχή (αν και όχι όλες τις περιπλοκές λεπτομέρειες) που πρέπει να εφαρμοστεί σε αυτό το εγχείρημα. Η ιδιωτικοποίηση των «δημόσιων» αγαθών πρέπει να πραγματοποιηθεί με τρόπο που να μην παραβιάζει τα κατοχυρωμένα δικαιώματα των ιδιοκτητών ιδιωτικών ακινήτων (όπως και ο πρώτος ιδιοκτήτης ενός παλαιότερα άκτητου κοινού δρόμου δεν παραβίαζε τα δικαιώματα κανενός εάν και στο μέτρο που αναγνώριζε το απαρεμπόδιστο δικαίωμα διέλευσης κάθε κατοίκου).


Επειδή οι «δημόσιοι» δρόμοι ήταν τα εφαλτήρια από τα οποία ξεπήδησαν όλα τα άλλα «δημόσια αγαθά», η διαδικασία ιδιωτικοποίησης θα πρέπει να ξεκινήσει με τους δρόμους. Με τη μετατροπή των προγενέστερα κοινών δρόμων σε «δημόσιους» δρόμους ξεκίνησε η επέκταση του τομέα των δημόσιων αγαθών και των εξουσιών του κράτους, και εδώ θα πρέπει να ξεκινήσουμε για τη λύση του προβλήματος.


Η ιδιωτικοποίηση των «δημόσιων» δρόμων έχει διπλό αποτέλεσμα. Από τη μία πλευρά, κανένας κάτοικος δεν υποχρεώνεται στο εξής να πληρώνει φόρο για τη συντήρηση ή την κατασκευή οποιουδήποτε τοπικού, επαρχιακού ή ομοσπονδιακού δρόμου. Η μελλοντική χρηματοδότηση όλων των οδών είναι αποκλειστικά ευθύνη των νέων ιδιοκτητών τους (όποιοι και αν είναι). Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά τα δικαιώματα διέλευσης των κατοίκων, η ιδιωτικοποίηση δεν πρέπει να αφήσει κανέναν σε χειρότερη θέση απ' ό,τι ήταν αρχικά (ενώ δεν μπορεί να φέρει κανέναν σε καλύτερη). Αρχικά, κάθε κάτοικος του χωριού μπορούσε να ταξιδέψει ελεύθερα στον τοπικό δρόμο κατά μήκος της ιδιοκτησίας του, και μπορούσε να προχωρήσει εξίσου ελεύθερα από εκεί και πέρα, εφόσον οι εκτάσεις γύρω του ήταν άκτητες. Ωστόσο, εάν στις μετακινήσεις του συναντούσε κάτι που ήταν εμφανώς ιδιόκτητο, είτε ένα σπίτι ή χωράφι, είτε έναν δρόμο, η είσοδός του προϋπέθετε την άδεια ή την πρόσκληση του ιδιοκτήτη. Ομοίως, εάν ένας άγνωστος, μη κάτοικος συναντούσε έναν τοπικό δρόμο, η είσοδος σε αυτόν τον δρόμο υπόκειτο στην άδεια του (εγχώριου) ιδιοκτήτη του. Ο ξένος έπρεπε να προσκληθεί από κάποιον κάτοικο στην ιδιοκτησία του. Δηλαδή, οι άνθρωποι μπορούσαν να κυκλοφορούν, αλλά κανείς δεν είχε ένα εντελώς απεριόριστο δικαίωμα διέλευσης. Κανείς δεν ήταν ελεύθερος να μετακινηθεί οπουδήποτε χωρίς να χρειαστεί ποτέ την άδεια ή την πρόσκληση κανενός. Η ιδιωτικοποίηση των δρόμων δεν μπορεί να αλλάξει αυτό το γεγονός και να αναιρέσει τέτοιους αρχικούς, φυσικούς περιορισμούς στην «ελευθερία των μετακινήσεων».


Εφαρμόζοντάς το στο πεδίο των τοπικών, επαρχιακών και εθνικών δρόμων, αυτό σημαίνει ότι, ως αποτέλεσμα της ιδιωτικοποίησης των δρόμων, πρέπει να επιτρέπεται σε κάθε κάτοικο να ταξιδεύει ελεύθερα σε κάθε τοπικό, επαρχιακό και εθνικό δρόμο, ή εθνική οδό, όπως παλιά. Η είσοδος στους δρόμους διαφορετικών κρατών ή επαρχιών, και ιδιαίτερα διαφορετικών περιοχών , ωστόσο, δεν είναι εξίσου ελεύθερη, αλλά υπό την προϋπόθεση της άδειας ή της πρόσκλησης των ιδιοκτητών αυτών των δρόμων. Οι τοπικοί δρόμοι πάντοτε - πραξεολογικά - προηγούνται των ενδο-περιφερειακών ή δια-περιφερειακών δρόμων, και ως εκ τούτου η είσοδος σε διαφορετικές τοποθεσίες δεν ήταν ποτέ ελεύθερη, αλλά πάντα και παντού υπό την προϋπόθεση κάποιας τοπικής άδειας ή πρόσκλησης. Αυτό το αρχικό δεδομένο αποκαθίσταται και ενισχύεται με τους ιδιωτικοποιημένους δρόμους.


Σήμερα, στους «δημόσιους» δρόμους, όπου ουσιαστικά επιτρέπεται σε όλους να πηγαίνουν παντού και οπουδήποτε, χωρίς κανέναν «διακριτικό» περιορισμό πρόσβασης, η σύγκρουση με τη μορφή της «εξαναγκαστικής ενσωμάτωσης», δηλαδή της υποχρέωσης να δεχτεί κάποιος απρόσκλητους ξένους εντός της ιδιοκτησίας του, έχει γίνει πανταχού παρούσα. Σε αντίστιξη, με την ιδιωτικοποίηση κάθε δρόμου, και συγκεκριμένα κάθε τοπικού δρόμου, οι γειτονιές και οι κοινότητες αποκτούν το αρχικό τους δικαίωμα να αποκλείουν, το οποίο αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας (εξίσου με το δικαίωμα της ένταξης, δηλαδή το δικαίωμα πρόσκλησης κάποιου στην ιδιοκτησία κάποιου). Οι ιδιοκτήτες των δρόμων της γειτονιάς και της κοινότητας, ενώ δεν παραβιάζουν το δικαίωμα διέλευσης ή πρόσβασης οποιουδήποτε κατοίκου, μπορούν να καθορίζουν τις προϋποθέσεις εισόδου για τους απρόσκλητους ξένους (αλλοδαπούς χωρίς έγγραφα) στους δρόμους τους, κι έτσι να αποτρέπουν το φαινόμενο της εξαναγκαστικής ενσωμάτωσης.


Όμως ποιοι είναι οι ιδιοκτήτες των δρόμων; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί, και να επικυρώσει τον ισχυρισμό του, ότι κατέχει τους τοπικούς, επαρχιακούς ή εθνικούς δρόμους; Αυτοί οι δρόμοι δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου είδους κοινοτικής προσπάθειας, ούτε είναι το αποτέλεσμα της εργασίας κάποιου σαφώς αναγνωρίσιμου ατόμου, ή ομάδας ατόμων. Πράγματι, κυριολεκτικά μιλώντας, οι εργάτες της οδοποιίας έφτιαξαν τους δρόμους. Αλλά αυτό δεν τους καθιστά ιδιοκτήτες των δρόμων, μιας και οι εργαζόμενοι αυτοί χρειάστηκε να πληρωθούν για να κάνουν τη δουλειά τους. Χωρίς την πληρωμή τους, δεν θα υπήρχε δρόμος. Ωστόσο, τα κεφάλαια που καταβλήθηκαν στους εργαζόμενους ήταν αποτέλεσμα της καταβολής φόρων από τους φορολογούμενους. Κατά συνέπεια, οι δρόμοι θα πρέπει να θεωρούνται ως ιδιοκτησία αυτών των φορολογουμένων. Στους πρώην φορολογούμενους, ανάλογα με το ποσό των τοπικών, περιφερειακών και κρατικών φόρων που κατέβαλαν, θα πρέπει να αποδοθούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας στους τοπικούς, περιφερειακούς και εθνικούς δρόμους.


Το ίδιο ισχύει ουσιαστικά και για την ιδιωτικοποίηση όλης της υπόλοιπης δημόσιας ιδιοκτησίας, όπως τα σχολεία, τα νοσοκομεία, κλπ. Ως αποτέλεσμα, όλες οι καταβολές φόρων για τη συντήρηση και τη λειτουργία αυτής της ιδιοκτησίας σταματούν. Η χρηματοδότηση και η ανέγερση σχολείων και νοσοκομείων κ.λπ. , εξαρτάται στο εξής αποκλειστικά από τους νέους, ιδιώτες ιδιοκτήτες τους. Ομοίως, οι νέοι ιδιοκτήτες μιας τέτοιας πρώην «δημόσιας» περιουσίας είναι εκείνοι οι κάτοικοι που τα χρηματοδότησαν πραγματικά. Σε αυτούς, σύμφωνα με το ποσό των φόρων που καταβλήθηκαν, θα πρέπει να εκχωρηθούν οι προς πώληση μετοχές των σχολείων, των νοσοκομείων κ.λπ. Ξεχωριστά από την περίπτωση των δρόμων, ωστόσο, οι νέοι ιδιοκτήτες των σχολείων και των νοσοκομείων δεν περιορίζονται από οποιοδήποτε υποχρέωση εξυπηρέτησης ή παραχώρηση δικαιωμάτων εισόδου στις μελλοντικές χρήσεις της περιουσίας τους. Τα σχολεία και τα νοσοκομεία, σε αντίθεση με τους δρόμους, δεν ήταν προγενέστερα κοινή περιουσία πριν μετατραπούν σε «δημόσια». Τα σχολεία και τα νοσοκομεία απλώς δεν υπήρχαν καθόλου ως περιουσία πριν, δηλαδή μέχρι την αρχική κατασκευή τους. Και ως εκ τούτου κανείς (εκτός από τους πραγματικούς κατασκευαστές τους) δεν μπορεί να έχει αποκτήσει προηγούμενο δικαίωμα εξυπηρέτησης ή δικαίωμα εισόδου αναφορικά με τη χρήση τους. Κατά συνέπεια, οι νέοι ιδιώτες ιδιοκτήτες των σχολείων, των νοσοκομείων κ.λπ., είναι ελεύθεροι να ορίσουν τις προϋποθέσεις εισόδου για τα ακίνητά τους και να καθορίσουν εάν θέλουν να συνεχίσουν να λειτουργούν ως σχολεία και νοσοκομεία, ή εάν προτιμούν να τα χρησιμοποιήσουν για κάποιον διαφορετικό σκοπό.




IV. Προσθήκη περί ιδιωτικοποίησης: Αρχές και εφαρμογές

Η μόνη αποτελεσματική λύση στο πρόβλημα της σύγκρουσης, δηλαδή η μόνη νόρμα ή κανόνας που μπορεί να διασφαλίσει την αποφυγή των συγκρούσεων από τις απαρχές της ανθρωπότητας και μετά, και να προσφέρει «αιώνια ειρήνη», είναι ο θεσμός της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, που τελικά βασίζεται σε πράξεις αρχικής ιδιοποίησης προηγουμένως άκτητων ή «κοινών» πόρων. Αντίθετα, ο θεσμός της δημόσιας περιουσίας ξεκινά με τη σύγκρουση, δηλαδή με μια πράξη αρχικής απαλλοτρίωσης ορισμένων πρώην ιδιωτικών ιδιοκτησιών (και όχι με την ιδιοποίηση προηγουμένως μη κατοχυρωμένων αγαθών). Και η δημόσια περιουσία δεν βάζει τέλος στη σύγκρουση και την απαλλοτρίωση, αλλά τις θεσμοθετεί και τις καθιστά μόνιμες. Ως εκ τούτου, προκύπτει η επιτακτική ανάγκη της ιδιωτικοποίησης, και επομένως, της αρχής της επανόρθωσης, δηλαδή, της αναγνώρισης ότι η δημόσια περιουσία πρέπει να επιστραφεί qua (ως) ιδιωτική περιουσία σε εκείνους από τους οποίους είχε αφαιρεθεί βίαια. Δηλαδή, η δημόσια ιδιοκτησία πρέπει να γίνει η ιδιωτική ιδιοκτησία εκείνων που την χρηματοδότησαν (ή χορήγησαν με κάποιον άλλο τρόπο αυτά τα αγαθά) και οι οποίοι μπορούν να θεμελιώσουν μια αξίωση - διακειμενικά εξακριβώσιμη - ως προς τον σκοπό αυτόν.


Η εφαρμογή αυτής της αρχής στον υπάρχοντα κόσμο είναι συχνά περίπλοκη και απαιτεί μια σημαντική νομική προσπάθεια. Θα εξετάσω μόνο τρεις ρεαλιστικές περιπτώσεις ιδιωτικοποιήσεων, προκειμένου να αντιμετωπίσω ορισμένα κεντρικά ερωτήματα και αποφάσεις.


Η πρώτη περίπτωση, που προσεγγίστηκε περισσότερο από την πρώην Σοβιετική Ένωση, είναι αυτή μιας κοινωνίας όπου κάθε ιδιοκτησία είναι δημόσια ιδιοκτησία, την οποία διαχειρίζεται μια πολιτειακή κυβέρνηση. Όλοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι και εργάζονται σε δημόσια γραφεία, επιχειρήσεις, εργοστάσια και καταστήματα. Και όλοι μετακινούνται και ζουν σε δημόσια γη και σε δημόσιες κατοικίες. Δεν υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία, παρά μόνο σε προϊόντα άμεσης κατανάλωσης, σε εσώρουχα, οδοντόβουρτσες κλπ. Επιπλέον, όλα τα αρχεία που αφορούν το νόμιμο παρελθόν έχουν απωλεσθεί ή καταστραφεί, έτσι ώστε κανείς, βάσει αυτών των αρχείων, να μην μπορεί να τεκμηριώσει μια αξίωση για οποιοδήποτε αναγνωρίσιμο μερίδιό του στην δημόσια περιουσία.


Σε αυτή την περίπτωση, η αρχή ότι κάθε αξίωση επί της δημόσιας περιουσίας πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά, διακειμενικά εξακριβώσιμα «δεδομένα», θα οδηγούσε στην απονομή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας (και των προς πώληση τίτλων ιδιοκτησίας) με βάση την παρούσα ή την προηγούμενη κατοχή: τα γραφεία πηγαίνουν στους γραφειοκράτες που τα λειτουργούσαν, τα εργοστάσια στους εργάτες, τα χωράφια στους αγρότες, και τα σπίτια στους κατοίκους τους. Στους συνταξιούχους απονέμονται τίτλοι ιδιοκτησίας για τους άλλοτε χώρους εργασίας τους, σύμφωνα με τη διάρκεια της απασχόλησής τους. Ως παρόντες ή προηγούμενοι ένοικοι του εν λόγω ακινήτου, μόνο αυτοί έχουν μια αντικειμενική σχέση με αυτό το ακίνητο. Είναι αυτοί που έχουν διατηρήσει την ιδιοκτησία όπως είναι, ενώ άλλοι εργάζονταν αλλού σε άλλους δημόσιους χώρους εργασίας.


Όλα τα υπόλοιπα, δηλαδή όλες οι δημόσιες περιουσίες που δεν κατέχονται ή συντηρούνται από κανέναν (π.χ., η «ερημιά») γίνονται «κοινή» περιουσία, και προσφέρονται σε όλα τα μέλη της κοινωνίας για ιδιωτικοποίηση μέσω της διαδικασίας της αρχικής ιδιοποίησης.


Αυτή η λύση παραλείπει μόνο ένα σημαντικό ζήτημα. Όλα τα νομικά έγγραφα υποτίθεται ότι έχουν χαθεί. Οι άνθρωποι όμως δεν έχουν χάσει τις αναμνήσεις τους. Θυμούνται ακόμη τα εγκλήματα του παρελθόντος. Υπάρχουν θύματα και μάρτυρες πράξεων δολοφονίας, βίας, βασανιστηρίων και φυλακίσεων. Τι θα κάνουν με εκείνους που διέπραξαν αυτά τα εγκλήματα, που τους διέταξαν ή τους ανέθεσαν, ή που συνεργάστηκαν στην εκτέλεσή τους; Μπορούν οι βασανιστές της μυστικής αστυνομίας και της κομμουνιστικής νομενκλατούρας , 2 για παράδειγμα, να συμπεριληφθούν σε αυτό το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και να γίνουν οι ιδιώτες ιδιοκτήτες των αστυνομικών τμημάτων και των κυβερνητικών παλατιών από όπου σχεδίαζαν και εκτελούσαν τα εγκλήματά τους; Η δικαιοσύνη απαιτεί, αντιθέτως, κάθε φερόμενος ως εγκληματίας να προσαχθεί σε δίκη από τα φερόμενα ως θύματά του και, εάν δικαστεί και καταδικαστεί, όχι μόνο να αποκλειστεί από την απόκτηση δημόσιας περιουσίας, αλλά και ενδεχομένως να του επιβληθεί πολύ αυστηρότερη ποινή (όπως να του κόψουν το λαιμό).


Η δεύτερη περίπτωση διαφέρει από την πρώτη σε ένα μόνο σημείο: το νομικό παρελθόν δεν έχει εξαλειφθεί. Εδώ έγγραφα και αρχεία υπάρχουν για να αποδείξουν τις παλαιότερες απαλλοτριώσεις, και βάσει αυτών των εγγράφων συγκεκριμένοι άνθρωποι μπορούν να διεκδικήσουν μια αντικειμενική αξίωση για συγκεκριμένα κομμάτια της δημόσιας περιουσίας. Αυτό ουσιαστικά συνέβη στα πρώην υποτελή κράτη της Σοβιετικής Ένωσης, όπως η Ανατολική Γερμανία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία κ.λπ., όπου η κομμουνιστική απαλλοτρίωση είχε πραγματοποιηθεί πριν μόνο 40 χρόνια περίπου , ή περίπου μία γενιά πριν (και όχι πριν περισσότερα από 70 χρόνια, όπως στη Σοβιετική Ένωση).


Σε αυτή την περίπτωση, οι αρχικοί, απαλλοτριωθέντες ιδιοκτήτες, ή οι νόμιμοι κληρονόμοι τους, έπρεπε να αποκατασταθούν ως ιδιώτες ιδιοκτήτες της εν λόγω δημόσιας περιουσίας. Τι γίνεται όμως με τις βελτιώσεις κεφαλαίου; Πιο συγκεκριμένα, τι γίνεται με τις νεόκτιστες κατασκευές (σπιτιών και εργοστασίων) - που θα κατέληγαν σε ιδιώτες από τους σημερινούς ή τους προηγούμενους ενοίκους τους - που χτίστηκαν σε γη που αποδόθηκε πίσω σε έναν διαφορετικό, αρχικό ιδιοκτήτη γης; Πόσες μετοχές ακινήτων πρέπει να λάβει ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου και πόσες οι ιδιοκτήτες της οικοδομής; Οικοδομή και οικόπεδο δεν μπορούν να διαχωριστούν φυσικά. Όσον αφορά την οικονομική θεωρία, είναι απολύτως συγκεκριμένοι, συμπληρωματικοί συντελεστές της παραγωγής, των οποίων η σχετική συνεισφορά στο προϊόν της κοινής τους αξίας δεν μπορεί να διαχωριστεί. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση για τα αντιμαχόμενα μέρη, εκτός από τη διαπραγμάτευση.


Η τρίτη περίπτωση είναι αυτή των λεγόμενων μικτών οικονομιών. Σε αυτές τις κοινωνίες υπάρχει ένας δημόσιος τομέας δίπλα, δίπλα με έναν κατ' όνομα ιδιωτικό τομέα. Υπάρχουν δημόσια περιουσία και δημόσιοι υπάλληλοι δίπλα στην κατ' όνομα ιδιωτική περιουσία και τους ιδιοκτήτες και υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Συνήθως, οι δημόσιοι υπάλληλοι που διαχειρίζονται την δημόσια περιουσία δεν παράγουν αγαθά ή υπηρεσίες που πωλούνται στην αγορά. (Για την σπάνια περίπτωση δημόσιων επιχειρήσεων με παραγωγική αξία, βλ. παρακάτω.) Τα έσοδα από τις πωλήσεις τους και το εισόδημά τους από την αγορά είναι μηδενικά. Οι μισθοί τους και όλα τα άλλα έξοδα που σχετίζονται με τη λειτουργία της δημόσιας περιουσίας πληρώνονται από άλλους . Αυτοί οι άλλοι είναι οι ιδιοκτήτες και οι υπάλληλοι των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοί τους, σε αντίθεση με τους ομολόγους τους στο δημόσιο, παράγουν αγαθά και υπηρεσίες που πωλούνται στην αγορά, και έτσι αποκτούν εισόδημα. Από αυτό το εισόδημα, η ιδιωτική επιχείρηση δεν πληρώνει απλώς τους μισθούς των υπαλλήλων της φροντίζοντας και για τη συντήρηση της δικής της περιουσίας. Πληρώνει επίσης - με τη μορφή φόρου εισοδήματος και περιουσίας - τους (καθαρούς) μισθούς όλων των δημοσίων υπαλλήλων και το λειτουργικό κόστος όλης της δημόσιας περιουσίας.


Σε αυτήν την περίπτωση, η αρχή ότι η δημόσια περιουσία πρέπει να αποκατασταθεί ως ιδιωτική ιδιοκτησία σε αυτούς που την χρηματοδότησαν θα οδηγούσε σε εκχώρηση τίτλων ιδιοκτησίας αποκλειστικά σε ιδιώτες ιδιοκτήτες, παραγωγούς και υπαλλήλους, σύμφωνα με τις προηγούμενες καταβολές φόρου περιουσίας και εισοδήματος, ενώ οι δημόσιοι διευθυντές και υπάλληλοι θα αποκλείονταν. Όλα τα κρατικά γραφεία και τα παλάτια, για παράδειγμα, θα έπρεπε να εκκενωθούν από τους σημερινούς ενοίκους τους. Οι μισθοί του δημόσιου τομέα πληρώνονταν μόνο -και η δημόσια περιουσία υπάρχει μόνο- χάρη στη χρηματοδότηση που παρέχεται από τους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών επιχειρήσεων και τους υπαλλήλους τους. Ως εκ τούτου, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να διατηρήσουν την ιδιωτική τους περιουσία, δεν μπορούν να έχουν καμία αξίωση για τη δημόσια περιουσία που χρησιμοποιούσαν και διαχειρίζονταν.


(Αυτό διαφέρει μόνο στην σπάνια περίπτωση όπου μια δημόσια επιχείρηση, όπως ένα κρατικό εργοστάσιο αυτοκινήτων, παρήγαγε εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες και έτσι αποκτούσε εισόδημα από την αγορά. Στην περίπτωση αυτή, οι δημόσιοι υπάλληλοι ενδέχεται να έχουν μια νόμιμη αξίωση κυριότητας, ανάλογα με τις περιστάσεις. Έχουν την αξίωση της πλήρους ιδιοκτησίας του εργοστασίου, εάν δεν υπάρχει προηγουμένως απαλλοτριωθείς ιδιοκτήτης που μπορεί να υποβάλει μια αξίωση για το εργοστάσιο και εάν το εργοστάσιο δεν έλαβε ποτέ καμία φορολογική επιδότηση. Εάν υπάρχει προηγούμενος ιδιοκτήτης, οι υπάλληλοι του εργοστασίου μπορούν να διεκδικήσουν στην καλύτερη περίπτωση την μερική ιδιοκτησία του, και πρέπει να διαπραγματευτούν με τον ιδιοκτήτη για το σχετικό μερίδιο των τίτλων ιδιοκτησίας τους. Και αν - και στο βαθμό που - το εργοστάσιο είχε επιδοτηθεί μέσω φόρων, οι εργάτες του εργοστασίου θα πρέπει να μοιραστούν περαιτέρω το ποσοστό των τίτλων ιδιοκτησίας τους με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα ως φορολογούμενους.)


Ταυτόχρονα με την ιδιωτικοποίηση όλης της δημόσιας περιουσίας, όλη η ονομαστικά ιδιωτική ιδιοκτησία θα αποκατασταθεί στην αρχική της κατάσταση ως πραγματική ιδιωτική ιδιοκτησία. Δηλαδή, όλα τα ονομαστικά ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία θα απαλλαγούν από κάθε φόρο περιουσίας ή εισοδήματος και από όλους τους νομοθετικούς περιορισμούς στη χρήση τους (ενώ οι συμφωνίες που είχαν συναφθεί προηγουμένως σχετικά με τη χρήση ιδιοκτησίας μεταξύ ιδιωτών παραμένουν σε ισχύ). Χωρίς φόρους, λοιπόν, δεν υπάρχουν κρατικές δαπάνες και χωρίς κρατικές δαπάνες όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι θα γίνουν μισθωτοί και θα πρέπει να αναζητήσουν κάποια παραγωγική εργασία για να ζήσουν. Ομοίως, κάθε αποδέκτης κρατικών επιχορηγήσεων, επιδοτήσεων ή κρατικών αγορών, θα δει το εισόδημά του να μειώνεται ή να εξαφανίζεται εντελώς, και θα χρειαστεί να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις.


Αυτή η λύση αφήνει ακόμη ένα σημαντικό ερώτημα άλυτο. Αφού χορηγηθεί σε όλους τους καθαρούς φορολογούμενους ο κατάλληλος αριθμός μετοχών δημόσιας περιουσίας, πώς καταλαμβάνουν αυτό το ακίνητο και πώς ασκούν τα δικαιώματά τους ως ιδιοκτήτες ιδιωτικών ακινήτων; Ακόμα κι αν υπάρχει η απογραφή όλης της δημόσιας περιουσίας, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ούτε την πιο αμυδρή ιδέα για το τι είναι αυτό που κατέχουν (εν μέρει) τώρα. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μια αρκετά καλή εκτίμηση για την τοπική δημόσια περιουσία, αλλά για τη δημόσια περιουσία σε άλλες, μακρινές τοποθεσίες, δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτα, εκτός από μερικά «εθνικά μνημεία». Είναι πρακτικά αδύνατο για κάποιον να κατορθώσει μια ρεαλιστική εκτίμηση της «σωστής» τιμής για όλη τη δημόσια περιουσία, και επομένως επίσης της «σωστής» τιμής ενός μεμονωμένου μεριδίου του σε αυτό το ακίνητο. Κατά συνέπεια, οι τιμές που θα ζητούνται και θα καταβάλλονται για αυτές τις μετοχές θα είναι εξαιρετικά απροσδιόριστες και με μεγάλη διακύμανση και αρκετά αποκλίνουσες, τουλάχιστον αρχικά. Και θα ήταν μάλλον δύσχρηστη και πολύ χρονοβόρος η κατοχή τους, έως ότου κάποιος επενδυτής ή κάποια ομάδα επενδυτών, αγοράσουν την πλειοψηφία όλων των μετοχών, για να ξεκινήσουν στη συνέχεια να λειτουργήσουν αυτό το ακίνητο, ή να εκποιήσουν κάποια τμήματά του, ώστε να αποκομίσουν ένα κέρδος από την επένδυσή τους.


Αυτή η δυσκολία μπορεί να ξεπεραστεί επαναφέροντας την ιδέα της αρχικής ιδιοποίησης. Οι τίτλοι στα χέρια των καθαρών φορολογουμένων δεν είναι μόνο εισιτήρια προς πώληση. Το πιο σημαντικό είναι ότι δίνουν το δικαίωμα στους ιδιοκτήτες τους να ανακτήσουν παλαιότερα δημόσια, και τώρα εκκενωμένα, ακίνητα. Η δημόσια περιουσία ανοίγεται στην αρχική ιδιοποίηση και τα εισιτήρια αυτά αποτελούν αξιώσεις για εκκένωση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας που προσωρινά είναι άκτητη. Ο καθένας μπορεί να μεταφέρει τους τίτλους του σε συγκεκριμένα δημόσια ακίνητα και να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του. Δεδομένου ότι ο πρώτος που θα εγγραφεί σε ένα συγκεκριμένο ακίνητο θα είναι ο αρχικός του ιδιοκτήτης, είναι βέβαιο ότι όλα τα κομμάτια της δημόσιας περιουσίας θα ανακτηθούν σχεδόν αμέσως. Πιο συγκεκριμένα, τα περισσότερα δημόσια ακίνητα, τουλάχιστον αρχικά, θα ανήκουν σε κατοίκους της περιοχής, δηλαδή σε ανθρώπους που ζουν σε κοντινή απόσταση από ένα συγκεκριμένο κομμάτι ιδιοκτησίας, και γνωρίζουν καλύτερα την εν δυνάμει παραγωγική του αξία. Επιπλέον, επειδή η αξία ανά μετοχή ακινήτου πέφτει όλο και περισσότερο καθώς οι πρόσθετοι κάτοχοι εισιτηρίων εγγράφονται σε ένα και το αυτό ακίνητο, οποιαδήποτε υπερ-εγγραφή ή υπο-εγγραφή σε συγκεκριμένα ακίνητα θα αποφευχθεί ή θα εξαλειφθεί γρήγορα. Πολύ σύντομα, κάθε κομμάτι ιδιοκτησίας θα εκτιμηθεί ρεαλιστικά σύμφωνα με την αξία της παραγωγικότητάς του.




Αυτό το κείμενο είναι το κεφάλαιο 5 του βιβλίου «The Great Fiction» (Το Μεγάλο Φαντασιοκόπημα) και δημοσιεύτηκε αρχικά στο Libertarian Papers 3, αρ. 2 (2011).


1Δείτε την καταχώριση της Wikipedia για το "Cockaigne".


2Δείτε την καταχώριση της Wikipedia για το " Nomenklatura ".



***

Ο Hans-Hermann Hoppe είναι οικονομολόγος της Αυστριακής Σχολής και φιλελεύθερος/αναρχοκαπιταλιστής φιλόσοφος. Είναι ο ιδρυτής και πρόεδρος της The Property and Freedom Society.

Αναδημοσίευση από το Εξπρές του διαδικτύου


Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2021

Μην υποκύπτετε! Tο μέλλον της ανθρωπότητας κρίνεται από αυτό

 Τελικώς, οι κρατούντες διέβησαν τον Ρουβίκωνα όπως ήταν αναμενόμενο πως θα πράξουν


Ήταν αναμενόμενο -ήδη έναν χρόνο πριν- πως εδώ θα καταλήγαμε, αλλά τότε όλα αυτά εξορίζονταν από το δημόσιο λόγο στη σφαίρα της συνωμοσιολογίας. Φαίνεται πως η ανθρωπότητα, όταν παίρνει έναν δρόμο, δεν ξεφεύγει από αυτόν, εάν δεν τον περπατήσει μέχρι το τέλος. Ας είναι κι έτσι· το τέλος δεν είναι τόσο μακρυά.


Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα του τί να κάνουμε και πώς να αντισταθούμε – το μόνο σοβαρό ερώτημα αυτή τη στιγμή. Θεωρητικά η απάντηση είναι απλή: Όσοι δεν θέλουν να εμβολιαστούν – και είναι πολλοί – να μην το κάνουν, αψηφώντας τους κρατικούς εκβιασμούς.


Στην πράξη, βέβαια, τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά. Δεν είναι απλό το να βρίσκεται κάποιος υπό καθεστώς διωγμού και απαγορεύσεων, ειδικά όταν εκβιάζεται με την ίδια του την προοπτική επιβίωσης.


Και όμως, δεν υπάρχει καμία άλλη εναλλακτική πέρα από την ολοκληρωτική άρνηση ή την ολοκληρωτική αποδοχή· όχι γιατί το λέμε εμείς, αλλά γιατί οι κρατούντες φροντίζουν με κάθε αποφασιστικότητα να κλείσουν κάθε δίοδο διαφυγής. Ο καθένας πλέον – τουλάχιστον απ’ όσους καταλαβαίνουν τί συμβαίνει – θα τριφτεί ανάμεσα στο μεγάλο «ναι» και στο μεγάλο «όχι». Και το «ναι» και το «όχι» θα έχουν σοβαρές συνέπειες, προσωπικές και κοινωνικές. Είναι θέμα επιλογής και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ξεκαθαρίσουμε το τί σημαίνει η κάθε επιλογή.


Γιατί το ζήτημα δεν βρίσκεται στην διάκριση μεταξύ εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων. Αυτή είναι η διάκριση που πριμοδοτούν οι κρατούντες, επειδή έτσι τους βολεύει. Ο οποιοσδήποτε επενδύει στη διάκριση ή τη σύγκρουση εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων αυτή τη στιγμή, μέσω ιταμών προκλήσεων και χαρακτηρισμών, παίζει το παιχνίδι του κράτους.



Το κεντρικό ερώτημα είναι σε τί είδους κόσμο επιθυμεί να ζει ο καθένας: έναν κόσμο ολοκληρωτισμού σαν αυτόν που προδιέγραψαν με σαφήνεια ο Όργουελ και ο Χάξλεϋ, ή έναν κόσμο που τουλάχιστον θα δίνει την ευκαιρία και τη δυνατότητα στους ανθρώπους να παλεύουν για κάτι καλύτερο; Φυσικά, αυτό υπερβαίνει τη διάκριση μεταξύ εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων: όλοι στον ίδιο κόσμο θα ζήσουν. Η μόνη πραγματική διάκριση – που είναι κάθετη και απόλυτη – βρίσκεται ανάμεσα στους εγκάθετους και σφογκοκωλάριους του νέου καθεστώτος και σε όσους θέλουν να διατηρήσουν τα θεμελιώδη και φυσικά στοιχεία της ανθρώπινης αυτονομίας και αξιοπρέπειας που ο «νέος» κόσμος θέλει να εξαφανίσει. Δεν πρόκειται για έναν «νέο» κόσμο. Είναι απλώς η πιο ακραία εκδοχή του παλιού. Το αυθεντικά «νέο» δεν το έχουμε δει ακόμα.


Ίσως είναι από τις λίγες ιστορικές στιγμές που το αποτέλεσμα της σύγκρουσης θα κριθεί περισσότερο από την ατομική στάση και επιλογή του καθενός, παρά από τις κοινωνικές εκδηλώσεις, διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες. Δεν εννοούμε πως αυτές δεν είναι απαραίτητες. Εννοούμε ότι δεν είναι αυτές που θα κρίνουν το αποτέλεσμα. Θα μπορούσαν ίσως να το κρίνουν εάν ήταν μαζικές, εκτός του πολιτικού ελέγχου και επίμονες, αλλά φαίνεται πως δεν ζούμε σε τέτοιες εποχές. Το αποτέλεσμα θα κριθεί από ατομικές επιλογές που εκτείνονται σε μεγάλη κλίμακα και αν το σκεφτούμε καλύτερα είναι λογικό: εφόσον η εξουσία σήμερα, μέσω της τεχνολογίας, έχει τη δυνατότητα και την επιδίωξη να ελέγχει ξεχωριστά και εξατομικευμένα τον καθένα, πέρα από το όποιο κοινωνικό ή οικονομικό πλαίσιο βρίσκεται αυτός, οι προσωπικές επιλογές στο επίπεδο της κοινής καθημερινότητας αποκτούν τεράστια σημασία.



Αυτό που λέμε είναι ότι εάν το 85% και πλέον του πληθυσμού υιοθετήσει και αρχίσει να χρησιμοποιεί στην καθημερινότητά του τα λεγόμενα πιστοποιητικά εμβολιασμού, τότε δεν θα έχει καμία σημασία εάν διαδηλώνει καθημερινά με οποιεσδήποτε διαθέσεις. Ο σκοπός θα έχει επιτευχθεί. Εάν κάποιος εμβολιαστεί ενώ δεν το θέλει, ο σκοπός έχει επιτευχθεί. Ίσα ίσα, είναι προτιμότερο για τους εξουσιαστές να επιβάλλουν τον παραλογισμό τους σε όσους δεν τον αποδέχονται και θεωρούν μεγαλύτερη επιτυχία να εξαναγκάσουν σε εμβολιασμό όσους δεν το θέλουν. Αυτό είναι απόδειξη της πραγματικής ισχύος, της επιβολής και της εξουσίας και στον «νέο» κόσμο.


Η κυριαρχία πρέπει να κατοικοεδρεύει πέρα από κάθε ιδέα (πόσο μάλλον πράξη) αμφισβήτησης – ακόμη και αμφιβολίας. Γι’ αυτό θεωρείται έγκλημα το να αμφιβάλλει κανείς για τους «ειδικούς», είναι αντίστοιχη «ασέβεια», σαν να αμφιβάλλει για τους ιερείς κάποιου ζηλόφθονου θεού.


Αντίθετα, εάν ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, όπως συμβαίνει τώρα, δεν παρασυρθεί στους εμβολιασμούς – πάντα εφόσον δεν το θέλει – χάνεται η δυνατότητα να μετασχηματιστεί όλη η κοινωνία κατά τον τρόπο που έχει σχεδιαστεί. Για να το αιτιολογήσουμε αυτό θα πρέπει να πούμε (εκ νέου και εν συντομία) το τί ακριβώς θέλει να κάνει η διεθνής ελίτ.



«Πιστοποιητικά εμβολιασμού»


Αυτό που κάνει η κοινωνικοποίηση των «υγειονομικών πάσων» είναι η δημιουργία ενός απέραντου στρατοπέδου συγκέντρωσης με τρόφιμους τους πάντες. Ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης που μπορεί να διοικηθεί όπως μια στρατιωτική βάση υψίστης ασφαλείας. Σε μια τέτοια βάση, τα επίπεδα πρόσβασης στους χώρους της ελέγχονται ηλεκτρονικά σε διάφορα σημεία ελέγχου (access points), είτε με κωδικούς είτε με βιομετρικά στοιχεία. Ελέγχεται και καταγράφεται ποιός έχει πρόσβαση σε ποιόν χώρο, πότε και για πόσο χρονικό διάστημα. Οι ανώτεροι στην ιεραρχία έχουν διευρυμένες δυνατότητες πρόσβασης οπουδήποτε. Στην περίπτωσή μας, τα σημεία ελέγχου είναι όλοι οι δημόσιοι χώροι της καθημερινότητας: εμπορικά καταστήματα, χώροι εργασίας, κέντρα διασκέδασης, πρακτικά οτιδήποτε. Όπως σε μια στρατιωτική βάση δεν μπορεί να μπαίνει ο οποιοσδήποτε, ούτε να κινείται «μη προβλεπόμενα» (αποτελεί ένα είδος προνομίου) έτσι και στο κοινωνικοποιημένο στρατόπεδο συγκέντρωσης κανείς δεν μπορεί να κινηθεί και να κάνει οτιδήποτε χωρίς πιστοποίηση και καταγραφή. Η πιστοποίηση (το ψηφιακό «υγειονομικό πάσο») ορίζει κατ’ αρχάς τη δυνατότητα χρήσης των κοινωνικών υποδομών όχι ως φυσικό δικαίωμα, αλλά ως προνόμιο που αποδίδεται ή αφαιρείται από το σύστημα εξουσίας. Προνόμιο το οποίο υφίσταται μόνο για τους απόλυτα πειθήνιους.


Γιατί ο εμβολιασμένος θεωρείται από τους κρατούντες απόλυτα πειθήνιος, ώστε να έχει αυτό το προνόμιο; Εάν το έκανε αυτοβούλως, τότε επιβεβαιώνεται η ισχύς της προπαγάνδας επάνω του, άρα είναι πειθήνιος. Εάν εξαναγκάστηκε να το κάνει ενώ δεν ήθελε, τότε επιβεβαιώνεται η ισχύς της βίας και η αδυναμία του να της αντιταχθεί, άρα πάλι καταλήγουμε στο ίδιο αποτέλεσμα. Και στις δύο περιπτώσεις ο «προνομιούχος» επιβεβαιώνει κάτι πολύ θεμελιώδες: ότι το ίδιο το σώμα του δεν του ανήκει, ότι δεν το ορίζει ο ίδιος. Όπως ακριβώς συμβαίνει και σε έναν αιχμάλωτο, έναν φυλακισμένο, έναν τρόφιμο πραγματικού στρατοπέδου συγκέντρωσης, όπου οι δεσμοφύλακες κρατούν στα χέρια τους όλα τα κλειδιά και τα μοιράζουν σε όποιον θέλουν, όποτε θέλουν, για όσο θέλουν.


Εφόσον «χωνέψουν» οι «προνομιούχοι» ένα τέτοιο σύστημα, το επόμενο λογικό βήμα θα είναι η εγκαθίδρυση ενός συστήματος κοινωνικής βαθμολόγησης (social point system), όπως αυτό που έχει δοκιμαστεί και εφαρμόζεται ήδη σε αρκετές πόλεις της Κίνας. Ένα σύστημα παρακολούθησης και επιβράβευσης ή τιμωρίας της κοινωνικής συμπεριφοράς του καθενός ξεχωριστά. Ο καθένας θα ξεκινά με ένα σύνολο ψηφιακών «πόντων», συνδεδεμένων με το «υγειονομικό πάσο» ή κάποια μετεξέλιξή του. Από εκεί και πέρα, κάθε κίνησή σου θα καταγράφεται και θα αξιολογείται αναλόγως: εκφράζεσαι κατά της κυβέρνησης στα κοινωνικά δίκτυα; Χάνεις πόντους. Εκφράζεσαι υπέρ της; Κερδίζεις πόντους. Διαδηλώνεις «παράνομα»; Χάνεις πόντους. Οδηγείς επικίνδυνα; Χάνεις πόντους. Κάνεις φιλανθρωπίες; Κερδίζεις πόντους. Διασπείρεις «φήμες» στο διαδίκτυο; Χάνεις πόντους. Έχεις «φίλο» στο facebook με χαμηλή βαθμολογία; Χάνεις κι εσύ πόντους. Και ούτω καθεξής, το τί επιβραβεύεται και το τί τιμωρείται προφανώς θα ορίζεται και θα προσαρμόζεται κατά το δοκούν. Πρόκειται με άλλα λόγια για ένα προωθημένο και πλήρως ενισχυμένο ιδιώνυμο.


Απώλεια βαθμολογίας μπορεί να μεταφράζεται σε απώλεια διπλώματος οδήγησης, μη πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες, αποκλεισμό από μέσα μαζικής μεταφοράς, μη πρόσβαση σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, αποκλεισμό από χώρους εργασίας, αδυναμία δανειοληψίας, μέχρι και δημόσια διαπόμπευση με εμφάνιση της φωτογραφίας του «κακού μαθητή» στην τηλεόραση και το internet με τις σχετικές πληροφορίες.



Ιδρυματοποίηση δηλαδή της κοινωνίας μέσω της αξιοποίησης της ψηφιοποίησής της. Όποιος θέλει να ζήσει σε έναν τέτοιον κόσμο, του τον χαρίζουμε. Το δυστύχημα όμως είναι πως δεν θα ζήσει μόνον αυτός, αλλά όλοι μας.


«Συνομωσιολογίες»


Τα παραπάνω δεν είναι δικές μας επινοήσεις. Συμβαίνουν ήδη στην Κίνα. Παγκοσμιοποίηση, εκτός των άλλων σημαίνει και σταδιακή σύγκλιση των διαφόρων συστημάτων διακυβέρνησης ανά τον πλανήτη σε μια σύνθεση, η οποία θα επιβάλλεται οριζόντια ανεξαρτήτως από το ιστορικό και πολιτισμικό υπόβαθρο της κάθε περιοχής. Είναι προφανές πως η Δύση σε σχέση με την Κίνα βρίσκεται αρκετά «πίσω» (βέβαια και η Δύση έχει ένα ιστορικό παρελθόν που βρίθει από ολοκληρωτισμούς), αλλά φιλοδοξεί να καλύψει σε πολύ σύντομο χρόνο αυτήν την απόσταση.


Η κίνηση του Γάλλου προέδρου Μακρόν, να ανακοινώσει την υποχρεωτικότητα των εμβολιασμών ένα εικοσιτετράωρο πριν την «ημέρα της Βαστίλλης», που εορτάζεται στη Γαλλία την 14η Ιουλίου, εμπεριείχε έναν πολύ ισχυρό συμβολισμό. Ουσιαστικά εγκαινίασε μια «αντεπανάσταση» απέναντι στα αποτελέσματα της Γαλλικής Επανάστασης του 1789, η οποία κατέχει μία ιδιαίτερα εμβληματική θέση στον σύγχρονο Δυτικό κόσμο (μαζί με την Αμερικάνικη Επανάσταση). Ο Μακρόν υποδήλωσε, έτσι, πως πηγαίνουμε προς ένα καθεστώς που θα μοιάζει περισσότερο με αυτό που υπήρχε πριν τη Γαλλική Επανάσταση: το καθεστώς των μοναρχιών, των φεουδαρχών και των δουλοπάροικων που τους ανήκαν. Χαρακτηριστικό εκείνου του κόσμου ήταν η ιδιοκτησία της γης και των ανθρώπων που ζούσαν σ’ αυτήν, η συντριπτική φτώχεια των πολλών και ο ξεχωριστός πλούτος των ελάχιστων.


Aυτό που συμβαίνει σήμερα είναι πως για την διεθνή ελίτ (πλέον) όλος ο πλανήτης αποτελεί ένα φέουδο, πάνω στο οποίο, μέσω των «υγειονομικών» πολιτικών και των πολιτικών περί της «κλιματικής αλλαγής», εγκαθιδρύουν κληρονομικού τύπου ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Και όσο για το άτομο, αυτό δεν έχει ούτε καν την ιδιοκτησία του σώματός του, εφόσον μέσω των εμβολιασμών και αυτή μεταφέρεται στην διεθνή ελίτ. Και μάλιστα «του αξίζει» να μην την έχει, εφόσον ως άνθρωπος υποτίθεται ότι «φταίει» τόσο για την «κλιματική αλλαγή», όσο και για το ότι δεν τελειώνει η «υγειονομική» κρίση, εφόσον δεν ακούει τους «ειδικούς». Είμαστε εκ των προτέρων ένοχοι, άρα μας αξίζει η φυλακή.



Το ότι οι παραπάνω θέσεις κρίνονται από αρκετούς ως «συνωμοσιολογικές» δεν εδράζεται σε κάποια ανάλυση της πραγματικότητας. Περισσότερο εδράζεται στην ψευδαίσθηση του – ας πούμε – «καθημερινού» ανθρώπου ότι κάποιος που θέλει να κατακτήσει τον κόσμο έχει εφάμιλλη νοοτροπία με κάποιον που θέλει να ανοίξει ένα κομμωτήριο για να βγάλει τα προς το ζην. Ότι κάποιοι επίδοξοι κτίστες αυτοκρατοριών βρίσκονται σ’ εκείνη τη θέση, επειδή σκέφτονται όπως ο μπακάλης της γειτονιάς. Αυτό κι αν είναι συνωμοσιολογία. Στην πραγματικότητα η περιφρόνησή τους για τον «καθημερινό» άνθρωπο είναι πλήρης, καθώς δεν του αναγνωρίζουν καμιά Αρετή (και για πολλούς έχουν δίκιο, αλλιώς πού θα έβρισκαν τόσα «χρήσιμα» εργαλεία;). Γνωρίζουν ότι η πραγματικότητα στο σχετικοποιημένο επίπεδό της είναι εύπλαστη, οπότε «τίποτε δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται» – και εν μέρει (μόνο) έχουν δίκιο.


Παρ’ όλα αυτά θα αποτύχουν. Τρέμουν να μην διατρηθεί η προπαγάνδα τους (η οποία δοκιμάζεται από ισχυρά χτυπήματα τελευταία), γι’ αυτό γίνονται πλέον τόσο χυδαίοι, αλλά και τόσο βιαστικοί καταφεύγοντας όλο και περισσότερο στον καταναγκασμό. Δεν υπάρχει όμως ιστορικό παράδειγμα εξουσίας που να μακροημέρευσε στηριζόμενη αποκλειστικά στο ψεύδος και τη βία. Χρειάζονταν και τα «καρότα», αλλά αυτά πλέον τους έχουν τελειώσει. Βασίζονται όλο και περισσότερο σε μια εικονική πραγματικότητα και τη χαύνωση που μπορεί να παρέχει η τεχνολογία, αλλά αυτά δεν επαρκούν για να υπάρξει ένα πραγματικά στέρεο οικοδόμημα στο διηνεκές. Αυτά επαρκούσαν την εποχή που υπήρχαν τα «καρότα». Οπότε, η καταφυγή τους στο «μαστίγιο» είναι μονόδρομος.


Μπορεί κάποιος να νομίζει πως, αν τα πράγματα χειροτερέψουν, θα μπορέσει τότε να αντισταθεί, ενώ τώρα δεν μπορεί. Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, καθώς τώρα κρίνονται όλα. Με τον εκβιαστικό και εξαναγκαστικό εμβολιασμό, αυτό που γίνεται είναι η διάτρηση του σκληρού πυρήνα της ανθρώπινης υπόστασης. Άπαξ και πετύχει αυτή η διάτρηση, τα υπόλοιπα που μέλλονται να έρθουν θα γίνουν ευκολότερα. Οι ίδιοι εκβιασμοί θα υπάρξουν και για οτιδήποτε άλλο στο μέλλον, οπότε όποιος υποκύψει τώρα δεν θα μπορεί παρά να υποκύπτει διαρκώς. Η εμπειρία δείχνει πως σπάνια συμβαίνει το αντίθετο και μακάρι να διαψευστούμε.


Ιώβεια υπομονή και επιμονή


Νομίζουμε ότι γίνεται σαφές για ποιό λόγο δίνεται τέτοια έμφαση και προσήλωση στους εμβολιασμούς. Δεν είναι υγειονομικό το ζήτημα και οφείλουμε να ξεφύγουμε από αυτή τη συζήτηση. Έχουν ήδη ειπωθεί πολλά πάνω σ’ αυτό και όποιος δεν έχει καταλάβει ακόμα, είναι ίσως αργά γι’ αυτόν. Το πραγματικό υγειονομικό ζήτημα είναι ήσσονος κλίμακας και θα μπορούσε να είχε επιλυθεί με πολλούς και απλούστερους άλλους τρόπους, χωρίς υστερίες και δίχως να υπάρχει η «ανάγκη» των ολοκληρωτικών μέτρων που ζούμε. Εάν, όμως «πρέπει» όλη η κοινωνία να συρθεί σε έναν νέο τρόπο λειτουργίας, τον οποίον είναι φυσικό και λογικό να μην επιθυμεί, τότε θα πρέπει να εξαπατηθεί και να εκβιαστεί χωρίς έλεος. Και αυτό θα συμβεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα, πριν προλάβει να το κατανοήσει· πριν προλάβει να καταλάβει τί γίνεται και γιατί, να βρεθεί αλυσοδεμένη σε μια φυλακή – και μάλιστα αυτοβούλως.



Αυτή είναι και η βασική αδυναμία του σχεδιασμού τους. Βιάζονται πολύ γιατί δεν έχουν χρόνο. Αυτό που πιθανόν να χρειαζόταν δεκαετίες για να επιτευχθεί εάν συνεχιζόταν το δέλεαρ της τεχνητής ευμάρειας, θέλουν να το επιτύχουν μέσα σε ελάχιστα χρόνια μόνο με το μαστίγιο και χωρίς κάποιο «εύγευστο καρότο». Το είπε και ο θεωρητικός της «Μεγάλης Επανεκκίνησης» Klaus Schwab: Η πανδημία αντιπροσωπεύει ένα σπάνιο, αλλά στενό παράθυρο ευκαιρίας, για να προβληματιστούμε, να επαναπροσδιορίσουμε και να επανεκκινήσουμε τον κόσμο μας. Το «παράθυρο ευκαιρίας» σιγά σιγά κλείνει. Μέχρι περίπου τα μέσα του 2022 (σύμφωνα με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπάιντεν) θέλουν να έχουν τελειώσει με τους εμβολιασμούς, για να μπορέσουν να πάνε και «παρακάτω».


Εννοούμε να έχουν τελειώσει με την ευρεία κοινωνικοποίηση των πιστοποιητικών εμβολιασμού. Γιατί, οι ίδιοι οι εμβολιασμοί δεν θέλουν να τελειώσουν ποτέ, αλλά να θεσμοθετηθούν στο διηνεκές: Μία ή δύο φορές το χρόνο θα πρέπει να πηγαίνουμε για «αναβάθμιση λογισμικού» – και ποιός θα μας ρωτήσει, εφόσον αποδεχτούμε ότι το σώμα μας δεν μας ανήκει πια; Ο θόρυβος που γίνεται με τις αέναες μεταλλάξεις εξυπηρετεί αυτόν τον σκοπό. Οι δηλώσεις του Fauchi για την ανάπτυξη mRNA και DNA εμβολίων για μια σειρά 20 διαφορετικών οικογενειών ιών ώστε να είμαστε έτοιμοι για την επόμενη πανδημία, σαν να είναι «προδιαγεγραμμένο» πως θα υπάρξει, εξυπηρετούν αυτόν τον σκοπό. Όποιος διακατέχεται από τη νοοτροπία «ας γίνει να τελειώνουμε» απατάται.


Τίποτε δεν θα τελειώσει έτσι· τουναντίον, τότε μόλις αρχίζει – και θα το καταλάβει στον τρίτο, τέταρτο, ή ένατο εμβολιασμό.


Αυτός ο χρονισμός συμφωνεί με τον χρονικό ορίζοντα των νέων μέτρων που ανακοίνωσε η κυβέρνηση, δηλαδή μέχρι τις 31 Μαρτίου 2022. Μέχρι τότε το κράτος με το «ειδικό» του βάρος θα πρέπει να έχει συμπαρασύρει το 85% και πλέον του πληθυσμού στους εμβολιασμούς. Είναι λογικό, εάν τους απομείνει ένα 5 – 10%, που δεν θα υποκύψει, δεν θα έχουν πρόβλημα να προχωρήσουν ακάθεκτοι στον σχεδιασμό τους κατατάσσοντάς τους στους «παρίες» που θα πεταχτούν δακτυλοδεικτούμενοι στο περιθώριο για να τρομοκρατούνται και οι υπόλοιποι. Με τη μισή σχεδόν κοινωνία όμως είτε επιφυλακτική είτε απέναντί τους δεν μπορούν να πάνε παρακάτω. Δεν μπορούν να προχωρήσουν σε ένα σύστημα κοινωνικής βαθμολόγησης. Ακόμη παραπέρα, δεν μπορούν να ανασχεδιάσουν το τραπεζικό σύστημα όπως θέλουν, γιατί κάτι τέτοιο προϋποθέτει τον ασφυκτικότερο έλεγχο του πληθυσμού.


Πολλοί πόλεμοι κρίθηκαν εξαιτίας της ακύρωσης του χρονισμού, δηλαδή εξαιτίας καθυστερήσεων. Αφήστε τους, λοιπόν, να ξεδιπλώσουν όλον τον ολοκληρωτισμό τους. Αρκεί να παραμείνουμε αταλάντευτοι στη θέση μας για όσο διάστημα χρειαστεί. Το άλογο θα θέλει να τραβήξει την άμαξα, αλλά αυτή δεν θα κινείται από τη θέση της. Όχι γιατί εκεί που βρίσκεται ήδη είναι καλά, αλλά γιατί εάν είναι να κινηθεί, καλύτερα να μην πάει στον γκρεμό.


Αφήστε τους να εμπλακούν στο κοινωνικό χάος που θα δημιουργήσουν και που νομίζουν ότι μπορούν να διαχειριστούν.


Οι ανοιχτές εκδηλώσεις (συγκεντρώσεις, συζητήσεις, συναυλίες) είναι απαραίτητες, αλλά μπορεί να μην είναι πάντα τόσο απλό να ευοδωθούν: εάν δουν ότι δεν μπορούν να ελέγξουν τα πράγματα διαφορετικά, θα ανακοινώσουν νέα στρατιωτικά μέτρα («κλειδώματα») τα οποία φυσικά θα χρεώσουν στους ανεμβολίαστους.


Η προσωπική επιλογή όμως – που είναι και το σημαντικότερο αυτή τη στιγμή – μπορεί να είναι πέρα από το οποιοδήποτε lockdown και το γνωρίζουν.


Δεν είναι ούτε απλό, ούτε εύκολο, αλλά είναι απολύτως αναγκαίο. Αυτός είναι ο Παγκόσμιος Πόλεμος της δικής μας γενιάς και είναι πρωτίστως πόλεμος του μυαλού παρά των όπλων. Είναι δική μας υπόθεση να τον τελειώσουμε, ώστε να μην περάσει στους επόμενους. Εάν πιστεύετε ότι είναι ανέφικτο, θα βοηθούσε το να μην χάνετε ποτέ από την οπτική σας το απέραντο στρατόπεδο συγκέντρωσης που πάει να δημιουργηθεί.


Τότε δεν θα φοβάστε τίποτε, γιατί τίποτε δεν είναι περισσότερο τρομακτικό από αυτό.



Πηγή

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2021

Ο ΟΗΕ και η προέλευση του Great Reset

Του Antony P. Mueller

Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Μαρής





 Πριν από περίπου 2400 χρόνια, ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Πλάτων εμπνεύστηκε την ιδέα της οικοδόμησης του κράτους και της κοινωνίας σύμφωνα με ένα λεπτομερές σχέδιο. Ο Πλάτων ήθελε οι «σοφοί άνδρες» (οι φιλόσοφοι) να κρατούν τα ηνία της κυβέρνησης, αλλά κατέστησε επίσης σαφές ότι αυτό το είδος κράτους θα χρειαζόταν τον μετασχηματισμό των ανθρώπων. Στη σύγχρονη εποχή, οι υποστηρικτές του παντοδύναμου κράτους θέλουν να αντικαταστήσουν τον φιλόσοφο-ηγεμόνα του Πλάτωνα με τον εμπειρογνώμονα, και να δημιουργήσουν τον νέο άνθρωπο μέσω της ευγονικής, που τώρα ονομάζεται μετα-ανθρωπισμός (transhumanism). Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών και οι διάφορες υπο-οργανώσεις του διαδραματίζουν κομβικό ρόλο σε αυτό το σχέδιο, που έχει φτάσει στη σημερινή του φάση μέσα από τα project της «Ατζέντας 2030» και της «Μεγάλης Επανεκκίνησης» (Great Reset).


Ο Αγώνας για μια Παγκόσμια Διακυβέρνηση

Η Μεγάλη Επανεκκίνηση δεν προήλθε από το πουθενά. Οι πρώτες σύγχρονες προσπάθειες για τη δημιουργία ενός παγκόσμιου θεσμού με κυβερνητικές αρμοδιότητες ξεκίνησαν από την κυβέρνηση του Woodrow Wilson, που θήτευσε ως πρόεδρος των ΗΠΑ από το 1913 έως το 1921. Υπό την έμπνευση του συνταγματάρχη Mandell House, του κύριου συμβούλου και καλύτερου φίλου του προέδρου, ο Wilson ήθελε να καθιερώσει ένα παγκόσμιο φόρουμ για την περίοδο μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, το σχέδιο της συμμετοχής της Αμερικής στο Συμβούλιο των Εθνών απέτυχε και η τάση προς τον διεθνισμό και την καθιέρωση μιας νέας παγκόσμιας τάξης υποχώρησε κατά τη διάρκεια της Ξέφρενης Δεκαετίας του ’20.


Ωστόσο, μια νέα κίνηση προς τη διαχείριση μιας κοινωνίας σαν είναι ένας οργανισμός, εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης . Ο Φράνκλιν Ρούσβελτ δεν άφησε την κρίση να περάσει ανεκμετάλλευτη, προωθώντας την ατζέντα του με το «New Deal». Ο Ρούσβελτ ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τα ειδικά εκτελεστικά προνόμια που συνόδευαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αντίσταση ήταν σχεδόν μηδενική όταν προχώρησε, θέτοντας τα θεμέλια για μια νέα ένωση εθνών, η οποία επρόκειτο τώρα να ονομαστεί Ηνωμένα Έθνη .


Υπό την ηγεσία του Στάλιν, του Τσώρτσιλ και του Ρούσβελτ, είκοσι έξι έθνη συμφώνησαν τον Ιανουάριο του 1942 με την πρωτοβουλία της ίδρυσης ενός Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (OHE), ο οποίος απέκτησε υπόσταση στις 24 Οκτωβρίου 1945. Από την ίδρυσή τους, τα Ηνωμένα Έθνη και τα παρακλάδια τους, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), προετοιμάζουν τις χώρες του κόσμου ώστε να συμμορφωθούν με τους στόχους που ανακοινώθηκαν κατά την ίδρυση του.


Ωστόσο, οι γλυκανάλατες δηλώσεις για την προώθηση της «διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας», την «ανάπτυξη φιλικών σχέσεων μεταξύ των εθνών» και των προσπαθειών για «κοινωνική πρόοδο, καλύτερο βιοτικό επίπεδο, και ανθρώπινα δικαιώματα» κρύβουν την ατζέντα της ίδρυσης μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης με εκτελεστικές δυνάμεις των οποίων το έργο δεν ήταν η προώθηση της ελευθερίας και των ελεύθερων αγορών, αλλά ο μεγαλύτερος παρεμβατισμός και ο έλεγχος μέσω πολιτιστικών και επιστημονικών οργανισμών. Αυτό έγινε σαφές με τη δημιουργία από τον ΟΗΕ του Εκπαιδευτικού, Επιστημονικού, και Πολιτιστικού Οργανισμού (UNESCO) το 1945.


Ευγονική

Μετά την ίδρυση της UNESCO το 1945, ο Άγγλος εξελικτικός βιολόγος, υποστηρικτής της ευγονικής, και δεδηλωμένος υπέρμαχος της πολιτικής παγκοσμιοποίησης Julian Huxley (αδελφός του Aldous Huxley, συγγραφέα του Ένας Γενναίος Νέος Κόσμος) έγινε ο πρώτος διευθυντής του.


Κατά τα εγκαίνια της οργάνωσης, ο Huxley έκανε έκκληση για έναν «επιστημονικό οικουμενικό ανθρωπισμό, παγκόσμιο σε έκταση» (σελ. 8) και ζήτησε να διαχειριστεί την ανθρώπινη εξέλιξη προς ένα «επιθυμητό» σκοπό. Αναφερόμενος στον διαλεκτικό υλισμό ως «την πρώτη ριζοσπαστική απόπειρα μιας εξελικτικής φιλοσοφίας» (σελ. 11), ο διευθυντής της UNESCO λυπάται για το γεγονός ότι η μαρξιστική προσέγγιση για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας ήταν καταδικασμένη να αποτύχει λόγω της έλλειψης ενός απαραίτητου «γενετικού παράγοντα».


Με τέτοιες ιδέες, ο Julian Huxley είχε μια αξιοσέβαστη παρέα. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η έκκληση για τη γενετική βελτίωση του ανθρώπινου είδους μέσω της ευγονικής έχει κερδίσει πολλούς εξέχοντες οπαδούς. Ο John Maynard Keynes, για παράδειγμα, υποστήριζε την προώθηση της ευγονικής και τον ελέγχο του πληθυσμού ως ένα από τα πιο σημαντικά κοινωνικά ζητήματα και ως έναν κρίσιμο τομέα έρευνας.


Ο Κέινς δεν ήταν ο μόνος. Η λίστα των υποστηρικτών της επιλεκτικής αναπαραγωγής του ανθρώπινου είδους με στόχο τη «βελτίωσή του» είναι αρκετά μεγάλη και εντυπωσιακή. Οι αντι-φιλελεύθεροι «μεταρρυθμιστές» περιλαμβάνουν, μεταξύ πολλών άλλων γνωστών ονομάτων, τους συγγραφείς H.G. Wells και Bernard Shaw, τον πρόεδρο των ΗΠΑ Theodore Roosevelt, τον Βρετανό πρωθυπουργό Winston Churchill, καθώς και τον οικονομολόγο Irving Fisher και τους πρωτοπόρους του οικογενειακού προγραμματισμού Margaret Sanger και Bill Gates Sr., πατέρα του Bill Gates, συνιδρυτή της Microsoft και επικεφαλής του Ιδρύματος Bill and Melinda Gates .


Στην ομιλία του για την ίδρυση της UNESCO, ο Julian Huxley ήταν αρκετά συγκεκριμένος για τους στόχους και τις μεθόδους αυτού του ιδρύματος. Για να επιτευχθεί η επιθυμητή «εξελικτική πρόοδος» της ανθρωπότητας, το πρώτο βήμα ήταν να τονιστεί «η απόλυτη ανάγκη για μια παγκόσμια πολιτική ενότητα και να εξοικειωθούν όλοι οι λαοί με τις συνέπειες της μεταφοράς της πλήρους εθνικής κυριαρχίας από τα ξεχωριστά έθνη σε έναν παγκόσμιο οργανισμό».


Επιπλέον, το ίδρυμα αυτό πρέπει να εξετάσει την αντιστάθμιση μεταξύ της «σημασίας της ποιότητας έναντι της ποσότητας» (σελ. 14), πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να λάβει υπόψη ότι υπάρχει «ένα βέλτιστο εύρος μεγέθους για κάθε ανθρώπινη οργάνωση, όπως υπάρχει για κάθε είδος βιολογικού οργανισμού» (σελ. 15). Ο εκπαιδευτικός, επιστημονικός και πολιτιστικός οργανισμός του ΟΗΕ θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην «ενότητα μέσω της ποικιλομορφίας της τέχνης και του πολιτισμού ανά τον κόσμο, καθώς και στην προώθηση μιας και μόνο δεξαμενής επιστημονικής γνώσης» (σελ. 17).


Ο Huxley καθιστά σαφές ότι η ανθρώπινη ποικιλομορφία δεν είναι για όλους. Η ποικιλομορφία των «αδύναμων, των ανόητων και των ηθικά μειονεκτούντων… δεν μπορεί παρά να είναι κάτι κακό» και επειδή «ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού δεν είναι ικανό να επωφεληθεί από την τριτοβάθμια εκπαίδευση» και επίσης «ένα σημαντικό ποσοστό νεαρών ανδρών» πάσχουν από «σωματική αδυναμία ή ψυχική αστάθεια» και «αυτοί οι λόγοι είναι συχνά γενετικής προέλευσης» (σελ. 20), αυτές οι ομάδες πρέπει να αποκλειστούν από τις προσπάθειες ενίσχυσης της ανθρώπινης προόδου.


Στην ομιλία του, ο Huxley διέγνωσε ότι εκείνη την εποχή το «έμμεσο αποτέλεσμα του πολιτισμού» είναι μάλλον «δυσγονικό αντί για ευγονικό» και ότι «σε κάθε περίπτωση, φαίνεται πιθανό ότι το βάρος της γενετικής ηλιθιότητας, της σωματικής αδυναμίας, της ψυχικής αστάθειας, και της ροπής για ασθένειες, που υπάρχει ήδη στο ανθρώπινο είδος, θα αποδειχθεί πολύ βαρύ, για να επιτευχθεί μια πραγματική πρόοδος» (σελ. 21). Σε τελική ανάλυση, είναι «απαραίτητο η ευγονική να ενταχθεί απολύτως εντός των ορίων της επιστήμης, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον το πρόβλημα της βελτίωσης του μέσου όρου της ποιότητας των ανθρώπων είναι πιθανό να γίνει επείγον. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την εφαρμογή των ευρημάτων μιας πραγματικά επιστημονικής ευγονικής» (σελ. 37–38).


Η χρησιμοποίηση της «Κλιματικής Απειλής»

Το επόμενο αποφασιστικό βήμα προς τον παγκόσμιο οικονομικό μετασχηματισμό έγινε με την πρώτη επίσημη έκθεση της Λέσχη της Ρώμης . Το 1968, η Λέσχη της Ρώμης εγκαινιάστηκε στην έπαυλη του Rockefeller στο Bellagio της Ιταλίας. Η πρώτη της έκθεση δημοσιεύθηκε το 1972 με τον τίτλο «Τα Όρια της Ανάπτυξης».


Ο ομότιμος πρόεδρος της Λέσχης της Ρώμης, Alexander King, και ο γραμματέας του ομίλου, στρατηγός Bertrand Schneider, ενημερώνουν στην έκθεση τους προς το Συμβούλιο της Λέσχης της Ρώμης ότι, όταν τα μέλη του συλλόγου αναζητούσαν έναν νέο εχθρό, χαρακτήρισαν τη ρύπανση, την υπερθέρμανση του πλανήτη, την έλλειψη νερού και την πείνα ως τα πιο κατάλληλα ζητήματα για τα οποία πρέπει να κατηγορηθεί η ανθρωπότητα, με την έννοια ότι η ίδια η ανθρωπότητα οφείλει να μειωθεί πληθυσμιακά για να διατηρήσει υπό τον έλεγχό της αυτές τις απειλές.


Από τη δεκαετία του 1990, τα Ηνωμένα Έθνη έχουν αναλάβει αρκετές ολοκληρωμένες πρωτοβουλίες για ένα παγκόσμιο σύστημα ελέγχου με την Ατζέντα 2021 και την Ατζέντα 2030. Η Ατζέντα 2030 υιοθετήθηκε από όλα τα κράτη μέλη των Ηνωμένων Εθνών το 2015. Ξεκίνησε το σχέδιο για μια παγκόσμια αλλαγή, καλώντας για την επίτευξη δεκαεπτά στόχων αειφόρου ανάπτυξης ( SDGs ). Η βασική ιδέα είναι η «βιώσιμη ανάπτυξη» που περιλαμβάνει τον έλεγχο του πληθυσμού ως ένα κρίσιμο εργαλείο.


Η σωτηρία της Γης έχει γίνει το σύνθημα των πολεμιστών της πράσινης πολιτικής. Από τη δεκαετία του 1970, το τρομοκρατικό σενάριο της υπερθέρμανσης του πλανήτη ήταν ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια τους, ώστε να αποκτήσουν πολιτική επιρροή και τελικά να κυριαρχήσουν στη δημόσια διαβούλευση. Εν τω μεταξύ, αυτές οι αντικαπιταλιστικές ομάδες έχουν αποκτήσει κυρίαρχη επιρροή στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα εκπαιδευτικά και δικαστικά συστήματα, και έχουν γίνει σημαντικοί παίκτες στην πολιτικό σκηνικό.


Σε πολλές χώρες, ιδίως στην Ευρώπη, τα λεγόμενα «πράσινα κόμματα« έχουν γίνει ένας καθοριστικός παράγοντας στο πολιτικό σύστημα. Πολλοί από τους εκπροσώπους τους είναι αρκετά ευθείς στις απαιτήσεις τους να κάνουν την κοινωνία και την οικονομία συμβατές με υψηλά οικολογικά πρότυπα, που απαιτούν μια εκ θεμελίων επανεκκίνηση του παρόντος συστήματος.


Το 1945, ο Huxley (σελ. 21) σημείωσε ότι είναι πολύ νωρίς για να προταθεί ανοιχτά ένα ευγονικό πρόγραμμα μείωσης του πληθυσμού, αλλά συμβούλεψε ότι θα είναι σημαντικό για τον οργανισμό «να φροντίσει ώστε το πρόβλημα της ευγονικής να εξετάζεται με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή, και η κοινή γνώμη να είναι ενημερωμένη για τα ζητήματα που διακυβεύονται, έτσι ώστε αυτό που τώρα θεωρείται αδιανόητο, να μπορέσει τουλάχιστον να πάψει να είναι στο μέλλον.»


Η προσοχή που συνέστησε ο Huxley δεν είναι πλέον απαραίτητη. Εν τω μεταξύ, τα παρακλάδια των Ηνωμένων Εθνών έχουν αποκτήσει ένα τέτοιο επίπεδο εξουσίας, που ακόμη και αρχικά δευτερεύοντες οργανισμοί του ΟΗΕ, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), έχουν τη δυνατότητα να διατάξουν μεμονωμένες κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο να υπακούσουν στις εντολές τους. Ο ΠΟΥ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ΔΝΤ (του οποίου οι προϋποθέσεις για χορήγηση δανείων, από τον δημοσιονομικό περιορισμό, έχουν μετατοπιστεί στον βαθμό στον οποίο μια χώρα ακολουθεί τους κανόνες που θέτει ο ΠΟΥ) έχουν γίνει το υπέρτατο, διπλό εργαλείο για την καθιέρωση της νέας παγκόσμιας τάξης.


Όπως επεσήμανε ο Julian Huxley στην ομιλία του το 1945, είναι καθήκον των Ηνωμένων Εθνών να καταργήσουν την οικονομική ελευθερία, διότι «τα laisser-faire και τα καπιταλιστικά οικονομικά συστήματα δημιούργησαν μεγάλη ασχήμια» (σελ. 38) . Ήρθε η ώρα να εργαστούμε για την ανάδειξη «ενός ενιαίου παγκόσμιου πολιτισμού» (σελ. 61). Αυτό πρέπει να γίνει με τη απροκάλυπτη βοήθεια των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των εκπαιδευτικών συστημάτων.


Συμπέρασμα

Με την ίδρυση του ΟΗΕ και των υπο-οργανισμών του, η προσπάθεια για την προώθηση των προγραμμάτων της ευγονικής και του μετα-ανθρώπου έκαναν ένα μεγάλο βήμα. Μαζί με τις δραστηριότητες της Λέσχης της Ρώμης, έχουν ανοιχτό το πεδίο για την έναρξη της μεγάλης επανεκκίνησης, που συντελείται αυτήν τη στιγμή. Με την ανακήρυξη μιας πανδημίας, ο στόχος του πλήρους κυβερνητικού ελέγχου της οικονομίας και της κοινωνίας έχει κάνει ένα ακόμα άλμα προς τον μετασχηματισμό τους. Η ελευθερία αντιμετωπίζει πλέον έναν νέο αντίπαλο. Η τυραννία πλησιάζει υπό τον μανδύα της διακυβέρνησης των εμπειρογνωμόνων και της καλοπροαίρετης απολυταρχίας. Οι νέοι μας εξουσιαστές δεν δικαιολογούν το δικαίωμά τους να εξουσιάζουν στη βάση της θεϊκής πρόνοιας, αλλά διεκδικούν τώρα το δικαίωμα να κυβερνούν τους ανθρώπους στο όνομα της καθολικής υγείας και της ασφάλειας βάσει υποτιθέμενων επιστημονικών δεδομένων.


 


***

Ο Δρ Antony P. Mueller είναι Γερμανός καθηγητής οικονομικών που διδάσκει σήμερα στη Βραζιλία. Γράψτε ένα Email. Δείτε τον Ιστότοπο και το Ιστολόγιο του.


Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises , στο ιστολόγιο "Το εξπρές του διαδικτύου " και στην ιστοσελίδα Ελεύθερη Αγορά-Austrian Economics

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2021

Υπό Κράτους Βίας (AncapPoetry)

 



Το κράτος είν’ καρκίνωμα που τρώει την κοινωνία,

και δε σέβεται τίποτα ούτ’ όσια και θεία.


Σου τρώει τις προμήθειες τις αποταμιεύσεις,

και λέει «μέσ’ στο πλάνο μου δούλε δε θα χωρέσεις».


Το κράτος είναι θάνατος καλά να το θυμάσαι,

σκότος μέγα κι έρεβος στο νου σου όταν κοιμάσαι.


Σου μίλησαν για λευτεριά οι ίδιοι σου οι δεσπότες,

μα σ’ ήθελαν με υποζύγιο και για να γλείφεις μπότες.


Ζητάνε φόρους, το αίμα σου το πίνουν με λαγνεία,

σου παίρνουν τη συνείδησι σε γδέρνουν στη ληστεία.


Όταν ακούς «κοινό καλό» τρέχα μην περιμένεις,

και τα παιδιά σου θέλουνε μεσ’ στη σφαγή να στέλνεις.


Αυτή η φάρσα άρχισε από τ’ αρχαία χρόνια,

οι άρχοντές σου θέλουνε υποταγή αιώνια.


Παλεύουν με τα γράμματα και με τα γιαταγάνια,

στέλνουν φοροσυλλέκτες τους να χρεώνουν τα ουράνια.


Μέσα σε βουλευτήρια ορίζουν τη ζωή σου,

σου λέν’ ότι η μοίρα σου δεν είναι πια δική σου.


Μας πήρανε τη λευτεριά και δώσανε «παιδεία»,

δώσαν και μια «ισότητα» μα λύτρωση καμία.


Με έβαλαν στη φυλακή με είπανε προδότη,

απήγαγαν το γείτονα τον κάναν καταδότη


Υπάρχουν δούλοι τους πολλοί που θέλουν τη σκλαβιά σου,

τους έταξαν, βλέπεις, πολλά, πουλήθηκε η γενιά σου.


Μιλάνε για τη λευτεριά λες κι είναι υπό όρους,

δε θέλω τέτοια λευτεριά για να πληρώνω φόρους.


Με Τούρκους με τρομάζανε κι αλβανικά κομμούνια,

συνήθισαν κουτόχορτο οι δούλοι από την κούνια.


Κομμουνιστές και κρατιστές πνίγουν την κοινωνία,

μα δεν είν’ στην κυβέρνησι ποτέ ευθύνη καμία.


Ψηφίστε μη σας πάρουνε σοσιαλιστές τα σπίτια,

δεν είμεθα τα ίδια εμείς αυτό δεν είναι αλήθεια.


Δημοκρατία είν’ αυτή και απαιτεί θυσίες,

υποταγή μας στους ληστές και στις λεηλασίες.


Δε θέλουνε εμπόριο πιστεύουνε στην πάλη,

ληστώνε και παραγωγών καταστροφή μεγάλη.


Μιλάνε για Ευρωπαϊσμό και για πολυφωνία,

μα όχι αν είσαι ρατσιστής τότε έχουν αγωνία.


Πολιτική ορθότητα ταΐζουν τα κοπάδια,

κι αυτά τρων το σανό χαρούμενα στραβάδια.


Σαράντα αιώνες έλεγχο τιμών κι οικονομίας,

με πρόσχημα την ασφάλεια φέραν την ανομία.


Σοσιαλισμό δε θέλατε, σοσιαλισμό σας δίνουν,

εγγυημένο εισόδημα μα στους φόρους σας γδύνουν.


Η πείνα κι η κακομοιριά πλέον είν’ το παρελθόν μας,

μα κάποιοι θέλουν με καημό να γίνουν ριζικό μας.


Μοιρολατρία μοιράζουνε «λαέ δεν έχεις ελπίδες»,

χρειάζεσαι το κράτος, μα σταθερότητα δεν είδες.


Τ’ οργανωμένο χάος σας που το βαστώ στην πλάτη,

με έκανε να μην μπορώ σε φίλους να πω κάτι.

Περιβαλλοντικός ακτιβισμός: Ακτιβισμός κατά της ανθρωπότητας

 Η προστασία του περιβάλλοντος είναι ένας σημαντικός προβληματισμός που απασχολεί αρκετούς ανθρώπους, η πλειονότητα των οποίων ανήκουν στη μεσαία εισοδηματική τάξη, διαθέτουν τυπικά προσόντα άνω του μέσου όρου και ζουν γενικά υπό ασφαλείς συνθήκες διαβίωσης, ακόμα και αν η ζωή τους έχει άγχη.


Για να αντιληφθούμε τη βαρύτητα του περιβαλλοντικού/οικολογικού ακτιβισμού, θα πρέπει πρωτίστως να αντιληφθούμε τις ιδεολογικές καταβολές του. Αυτές βρίσκονται στην εποχή του Διαφωτισμού, όταν οικοδομήθηκε μια ρομαντική εικόνα για το πρωτόγονο παρελθόν της ανθρωπότητας. Το κίνημα του «αναρχο»-πρωτογονισμού είχε τις ίδιες ρίζες. Ο μεταφυσικός πατέρας του οικολογικού ακτιβισμού είναι σίγουρα ο Ιωάννης-Ισαάκ Ρουσσώ (Jean-Jaques Rousseau), προς τον οποίο η πρωτόγονη ζωή άσκησε γοητεία. Γι’ αυτόν, η πρωτόγονη ζωή ήταν ένας επίγειος παράδεισος στον οποίο ο άνθρωπος ζούσε ευτυχισμένος και σε αρμονία με τη φύση, ενώ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το «προπατορικό αμάρτημα» της ανθρωπότητας ήταν η στιγμή που ο πρώτος άνθρωπος χαρακτήρισε ένα αντικείμενο «δικό του». Δεν είναι περίεργη, δηλαδή, η σύγκλισις τόσο του Ρουσσώ όσο και των περιβαλλοντικών ακτιβιστών σε ένα κοινό σταθερό σημείο, την αντίθεση (αν όχι έχθρα) προς την ατομική ιδιοκτησία.


Για τους οικολόγους ακτιβιστές η ιδιοκτησία θεωρείται μητέρα όλων των -υποτιθέμενων και μη- δεινών του πλανήτη, μέσω της καπιταλιστικής ημι-ελεύθερης οικονομίας που συχνά ταυτίζεται και με το δυτικό -δηλαδή αναπτυγμένο- κόσμο. Ποιος ακτιβιστής, άλλωστε, θα αναφερόταν ποτέ στην Κίνα ως παράδειγμα προς αποφυγή, μια χώρα που αποτελεί τη μεγαλύτερη χωματερή παγκοσμίως λόγω του παρεμβατισμού ενός διεφθαρμένου και παρεοκρατικού κινεζικού κράτους, ή ότι οι πολυεθνικές που ψέγουν οι πρώτοι είναι εκείνες που εκμεταλλεύονται το παρεμβατικό κράτος προς όφελός τους και κατά του περιβάλλοντος; Η απάντησις είναι, προφανώς, κανείς, διότι τέτοιες παραδοχές θα μας οδηγούσαν στο σωστό συμπέρασμα, το οποίο είναι ότι για τις φυσικές καταστροφές ευθύνεται ΜΟΝΟ το κράτος και η κρατική παρέμβασις στην οικονομία-κοινωνία.


Ακόμα και υποτιθέμενοι εναλλακτικοί ρήτορες όπως ο Μάρρεϋ Μπούκτσιν, υπέρμαχος του μουτουαλισμού, υποστήριζαν ότι το κεφάλαιο πλιατσικολογεί σε βάρος του πλανήτη, όπως η αγορά σε βάρος του ανθρώπινου πνεύματος, παριστάνοντας τον εκπρόσωπο της γης και του συλλογικού ανθρώπινου πνεύματος. Εδώ βλέπουμε και ομοιότητες με τη ρητορική του Ρουσσώ περί «γενικής βούλησης». Ο τελευταίος, μάλιστα, ζητούσε να απαγορευτούν οι ιδιωτικές συσκευές πλυντηρίων.


Αυτό που δεν έχει γίνει αντιληπτό από όσους έχουν περιβαλλοντικές ανησυχίες, αλλά δεν ανήκουν στα υψηλότερα κλιμάκια του περιβαλλοντικού ακτιβισμού, είναι ότι η προστασία του περιβάλλοντος δε δύναται να υλοποιηθή επιτυχώς άνευ ατομικής ιδιοκτησίας επί του φυσικού περιβάλλοντος. Το κίνημα υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος είναι κορεσμένο από πρώην ή νυν κομμουνιστές ή/και σοσιαλιστές, ενώ οι λύσεις που προτείνονται είναι σχεδόν πάντα ταυτόσημες με τη μεγιστοποίηση της κρατικής ισχύος και αυθαιρεσίας σε βάρος του ιδιωτικού τομέος και της αγοράς. Με αυτές τις δύο παραπάνω παραδοχές μπορούμε να υποθέσουμε ασφαλώς ότι το περιβαλλοντικό κίνημα εξυπηρετεί μια πολιτική και ιδεολογική σκοπιμότητα και ότι οι λύσεις των αυξανόμενων κρατικών παρεμβάσεων είναι λύσεις χωρίς επιστημονική βάσι.


Όταν οι οικολόγοι ακτιβιστές κλαίνε και οδύρονται συχνά για το περιβάλλον, αναφέρονται στο ανθρώπινο είδος σαν να πρόκειται για καρκίνωμα, υπονοώντας ότι μόνο η εξαφάνισή μας θα ικανοποιούσε τα αιτήματα και τους προβληματισμούς τους. Ομιλούν για περιορισμό των αναγκών, του αποτυπώματος άνθρακα και της ίδιας της κατανάλωσης. Στην ουσία θα ήθελαν το θάνατο αρκετών συνανθρώπων τους με αφηρημένο σκοπό τη σωτηρία του περιβάλλοντος, πράγμα τόσο προφανές που πολλάκις αναφέρονται εντός της πρωτογονιστικής τους ρητορικής στο «πρόβλημα» του υπερπληθυσμού, ζητώντας μέχρι και τη στείρωση πληθυσμών, συνεχίζοντας τους μαλθουσιανούς παραλογισμούς διακοσίων ετών που έχουν καταρριφθεί εμπειρικά.


Οι εναπομείναντες κομμουνιστές και σοσιαλιστές, μετά την πτώση του σοβιετικού σοσιαλισμού και ελλείψει υπαρκτών πολιτειακών προτύπων για την ιδανική τους κοινωνία-ουτοπία, πασχίζοντας να βρουν ένα παρεμφερές κίνημα με παρόμοιους πολιτικούς στόχους, επέλεξαν τον περιβαλλοντικό ακτιβισμό. Είναι τραγική ειρωνία το ότι ουδέποτε δεν αναφέρεται από αυτούς τους ακτιβιστές οι δυνατότητες προστασίας του περιβάλλοντος μέσω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, στάση που ωστόσο δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Η ρητορική αυτών των ομάδων, τουλάχιστων των ανώτερων κλιμακίων αυτών, δεν έχει σκοπό το περιβάλλον, αλλά τον αντικαπιταλιστικό πρωτογονισμό και ακόμα και τη μαζική αυτοκτονία όλης της ανθρωπότητας.


Τελεολογικά, λοιπόν, θα ήταν πιο ηθικό να επιλέξει κάποιος τους κομμουνιστές και όχι τους οικολόγους ακτιβιστές, αφού οι πρώτοι είχαν σκοπό να βοηθήσουν τους ανθρώπους και όχι να τους εξαφανίσουν. Οι φανατικοί οικολογικοί ακτιβιστές μπορούν να χαρακτηριστούν χειρότεροι των κομμουνιστών αν ποτέ αποκτούσαν πολιτική ισχύ εφάμιλλη αυτής της ΕΣΣΔ.



Ο καπιταλισμός του laissez-faire, δηλαδή ο ελευθεριακός καπιταλισμός, είναι η μόνη αρχή υπεράσπισης του φυσικού πλούτου, αφού μόνο με την ατομική ιδιοκτησία και σαφές ιδιοκτησιακό καθεστώς καθίσταται δυνατή η αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος, με ή χωρίς κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Η εξαφάνισις του ύδατος στην Κασπία και τη θάλασσα Αράλη είναι δείγμα της ανικανότητας του σοβιετικού κράτους να περιορίσει τη ρύπανση. Η μεγαλύτερη ρύπανσις σημειώνεται στα λιγότερο οικονομικά φιλελεύθερα κράτη. Ενδεικτικά, στον ποταμό Βόλγα της σοβιετικής Ρωσίας απαγορευόταν στους επιβάτες των ποταμοπλοίων το κάπνισμα λόγω της ρύπανσης του ποταμού από εύφλεκτα υλικά σε σημείο κινδύνου πιθανής ανάφλεξης ολόκληρου του υδάτινου σώματος.


Το πρόβλημα δεν υπήρχε, φυσικά, μόνο στα σοβιετικά σοσιαλιστικά κράτη, αφού στις ΗΠΑ το ομοσπονδιακό κράτος είναι υπεύθυνο για τις μεγαλύτερες οικολογικές καταστροφές στην ιστορία του. Με την αύξηση του παρεμβατισμού αυξάνεται νομοτελειακά η συχνότητα και η έντασις των περιβαλλοντικών καταστροφών.

True Anarchy

Κυριακή 1 Αυγούστου 2021

Στη Σουηδία τα θύματα του covid μηδενίστηκαν, την ώρα που άλλα κράτη ετοιμάζονται για νέους εγκλεισμούς

 Άρθρο του Jon Miltimore, που δημοσιεύτηκε στις 22 Ιουλίου 2021 από το Foundation for Economic Research.



Τα στοιχεία είναι συντριπτικά για το ότι η Σουηδία διαχειρίστηκε την πανδημία ως επί το πλείστον σωστά. Το συνολικό ποσοστό θνησιμότητας της Σουηδίας το 2020 ήταν χαμηλότερο από τα περισσότερα κράτη της Ευρώπης, και η οικονομία της υπέφερε πολύ λιγότερο. 

Περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι κατέκλυσαν τους δρόμους της Γαλλίας το περασμένο Σαββατοκύριακο και πολλά κέντρα εμβολιασμού για τον COVID υπέστησαν βανδαλισμούς, καθώς ενισχύθηκε η εναντίωση στην πιο πρόσφατη στρατηγική της κυβέρνησης για την πανδημία. Στην πιο πρόσφατη αναβίωση των lockdown από τον Πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, οι κυβερνητικοί του αξιωματούχοι εξέδωσαν το διάταγμα ότι τα μη εμβολιασμένα άτομα δεν θα επιτρέπεται πλέον να εισέρχονται σε καφετέριες, εστιατόρια, θέατρα, μέσα μαζικής μεταφοράς και άλλα. 

Περιττό να πούμε ότι ο κόσμος δεν ευαρεστήθηκε. 

Η προσέγγιση της Γαλλίας είναι μοναδική, αλλά είναι μόνο μία από τις πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο που επιβάλλουν νέους περιορισμούς, καθώς οι φόβοι αυξάνονται για μια νέα παραλλαγή του COVID-19. Τα πρόσφατα περιοριστικά μέτρα στην Αυστραλία έχουν θέσει τη μισή χώρα υπό αυστηρό αποκλεισμό (παρόλο που ένας αριθμός-ρεκόρ 82.000 τεστ είχε εντοπίσει μόλις 111 νέα κρούσματα κορονοϊού) ενώ τα εστιατόρια στην Πορτογαλία αγωνίζονται να επιβιώσουν εν μέσω πρόσφατων περιορισμών. 

Μια χώρα που δεν προσφέρει πολλές ειδήσεις είναι η Σουηδία. 

Η Σουηδία, φυσικά, δαιμονοποιήθηκε το 2020 επειδή απέφυγε ένα αυστηρό lockdown. Ο Guardian χαρακτήρισε την προσέγγισή της « καταστροφή », ενώ το CBS News ανέφερε ότι η Σουηδία έγινε «παράδειγμα για το πώς να μην διαχειριστεί κανείς τον COVID-19». 

Παρά τις επικρίσεις αυτές, η φιλελεύθερη, laissez-faire προσέγγιση της Σουηδίας στην πανδημία συνεχίζεται έως σήμερα. Σε αντίθεση με τους ευρωπαίους γείτονές της, η Σουηδία καλωσορίζει τους τουρίστες . Οι επιχειρήσεις και τα σχολεία είναι ανοιχτά χωρίς σχεδόν κανέναν περιορισμό. Όσον αφορά τις μάσκες, όχι μόνο δεν υπάρχει καμία εντολή υποχρεωτικής τους χρήσης, αλλά οι Σουηδοί αρμόδιοι για θέματα υγείας δεν τις συνιστούν καν . 

Ποια είναι τα αποτελέσματα της κατασυκοφαντημένης φιλελεύθερης πολιτικής της Σουηδίας; Τα δεδομένα δείχνουν ότι ο εβδομαδιαίος κυλιόμενος μέσος όρος θανάτων από τον COVID χθες ήταν μηδενικός (βλ. Παρακάτω). Ούτε ένας θάνατος. Και είναι στο μηδέν εδώ και περίπου μια εβδομάδα πλέον. 

Ακόμα και πριν από ένα χρόνο, ήταν σαφές ότι οι υπερβολικοί ισχυρισμοί περί «σουηδικής καταστροφή» ήταν ψευδείς. Απλά ρωτήστε τον Έλον Μασκ (επίσης δείτε: εδώ , εδώ και εδώ ). Έναν χρόνο αργότερα όμως, τα στοιχεία είναι συντριπτικά για το ότι η Σουηδία διαχειρίστηκε την πανδημία ως επί το πλείστον σωστά. Το συνολικό ποσοστό θνησιμότητας της Σουηδίας το 2020 ήταν χαμηλότερο από το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και η οικονομία της υπέφερε πολύ λιγότερο . Εν τω μεταξύ, σήμερα η Σουηδία είναι πιο ελεύθερη και πιο υγιής, από σχεδόν οποιαδήποτε άλλη χώρα στην Ευρώπη.


Ενώ ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη παραμένει φοβισμένο και τα κράτη επινοούν νέα μέτρα για να περιορίσουν τις βασικές ελευθερίες των πολιτών τους, η Σουηδία παραμένει μια ζωτικής σημασίας, λαμπρή υπενθύμιση ότι υπάρχει ένας καλύτερος δρόμος. 


Ο Jonathan Miltimore είναι ο αρχισυντάκτης του FEE.org. Κείμενά του έχουν φιλοξενηθεί στα έντυπα TIME, The Wall Street Journal, CNN, Forbes, Fox News και Star Tribune. Bylines: Newsweek, The Washington Times, MSN.com, The Washington Examiner, The Daily Caller, The Federalist, the Epoch Times. 


Το Εξπρές του Διαδικτύου